Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὅμαιχμος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὅμαιχμος Medium diacritics: ὅμαιχμος Low diacritics: όμαιχμος Capitals: ΟΜΑΙΧΜΟΣ
Transliteration A: hómaichmos Transliteration B: homaichmos Transliteration C: omaichmos Beta Code: o(/maixmos

English (LSJ)

ον,

   A fighting together : as Subst., ally, Th.3.58.

German (Pape)

[Seite 329] mit Einem gemeinschaftlich streitend, Speer-, d. i. Kampfgenoß, Thuc. 3, 58.

Greek (Liddell-Scott)

ὅμαιχμος: -ον, ὁ ὁμοῦ μαχόμενος· ὡς οὐσιαστ., σύμμαχος Θουκ. 3. 58. - Ἴδε Κόντου Φιλολ. Ποικίλα ἐν Ἀθηνᾶς τ. Α΄, σ. 178.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
compagnon d’arme (propr. qui unit sa lance à celle d’un autre).
Étymologie: ὁμός, αἰχμή.

Greek Monotonic

ὅμαιχμος: ὁ (αἰχμή), συμπολεμιστής, σύντροφος στη μάχη, σύμμαχος, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ὅμαιχμος: ὁ товарищ по оружию, соратник, союзник Thuc.

Middle Liddell

ὅμ-αιχμος, ὁ, αἰχμή
a fellow-fighter, an ally, Thuc.