ἐκφοβέω
English (LSJ)
alarm, φρένας A.Pers.606, cf. Pl.Grg. 483c, etc.; τὸ ἐκφοβῆσαι so as to cause alarm, Th.2.87; ἐ. τινὰ ἐκ δεμνίων E.Or.312; ἐ. τινά τι fright one with a thing, Th.6.11:—Pass., fear greatly, c. acc., S.El.276; ὡς.. ib.1426; ὑπέρ τινος Id.OT989.
Spanish (DGE)
1 asustar, aterrorizar, espantar c. ac. φρένας A.Pers.606, τὰς ἄλλας πόλεις Isoc.15.121, τοὺς ἐρρωμενεστέρους τῶν ἀνθρώπων Pl.Grg.483c, cf. Lib.Ep.46.4, τὸν Ἡρώδην I.BI 1.492, Διὸς τὴν Ἀθηνᾶν ἐκφοβήσαντος Eust.1969.63, ἡμᾶς Isoc.4.139, Babr.26.11, SB 4284.10 (III d.C.), αὐτούς Plb.14.10.3, D.C.46.44.3, cf. Lib.Ep.1347.3, ἐ. τινὰ ἐκ δεμνίων levantar a uno asustado de la cama E.Or.312, c. dos ac. ὅπερ οἱ Ἐγεσταῖοι μάλιστα ἡμᾶς ἐκφοβοῦσιν Th.6.11, c. dat. instrum. εἴ μ' ἐκφοβοῖεν μανιάσιν λυσσήμασιν E.Or.270, c. διά y gen. ὑμᾶς διὰ τῶν ἐπιστολῶν 2Ep.Cor.10.9, abs. τὸ μέλλον ἐκφοβεῖ καθ' ἡμέραν E.Fr.135, en v. pas. ποίας ... γυναικὸς ἐκφοβεῖσθ' ὕπερ; ¿por qué mujer estáis asustados? S.OT 989, cf. E.Andr.962, ὑπὸ Συρακουσίων ἐκφοβήσεσθαι τοὺς Ἀθηναίους Sch.Th.7.21, οἱ ... ἐκφοβηθέντες Aen.Tact.4.3, ἀπόλλυνται οἱ ἐκφοβούμενοι Steph.in Hp.Progn.228.11, cf. Eust.1334.23
•abs. producir temor, atemorizar τὸ μέλλον ἐκφοβεῖ καθ' ἡμέραν E.Fr.135, ἐπαναστάσεις ... ἰσχυρῶς ἐκφοβήσασαι D.C.80.3.1.
2 en v. med. y med.-pas. sentir miedo, temer c. ac. Ἐρινὺν οὔτιν' ἐκφοβουμένη sin miedo a ninguna Erinis S.El.276
•c. complet. μηκέτ' ἐκφοβοῦ μητρῷον ὥς σε λῆμ' ἀτιμάσει ποτέ no temas que la arrogancia materna te deshonre S.El.1426
•c. part. μὴ ἐκφοβηθῇ τὸ εἴδωλον ὁρῶσα Sch.E.Hec.52.
German (Pape)
[Seite 785] herausscheuchen, sehr erschrecken; ἔκπληξις ἐκφοβεῖ φρένας Aesch. Pers. 598; ἄνδρας Plat. Gorg. 483 c; ὅπερ ἡμᾶς, womit sie uns erschrecken, Thuc. 6, 11; Isocr. 4, 139 u. A. – Pass., heftig erschrecken, fürchten, τινά, Soph. O. C. 270 El. 268 Eur. Andr. 962.
French (Bailly abrégé)
ἐκφοβῶ :
effrayer, épouvanter : τινά τι qqn avec qch ; au Moy.-Pass. (fut. ἐκφοβήσομαι) être effrayé ; τινα de qqn, le redouter ; ὑπέρ τινος de qch.
Étymologie: ἐκ, φοβέω.
Russian (Dvoretsky)
ἐκφοβέω: запугивать, устрашать, приводить в ужас (φρένας Aesch.; τινα Isocr., Plat., Plut.): ὅπερ ἡμᾶς ἐκφοβοῦσιν Thuc. этим они хотят нас испугать; pass. пугаться, бояться (τινα и ὑπέρ τινος Soph.).
Greek (Liddell-Scott)
ἐκφοβέω: προξενῶ φόβον, κάμνω νὰ φοβηθῇ τις, Αἰσχύλ. Πέρσ. 696, Πλάτ. Γοργ. 483C, κτλ.˙ τὸ ἐκφοβῆσαι, οὕτως ὥστε νὰ προξενήσῃ φόβον, Θουκ. 2. 87˙ ἐκφ. τινα ἐς δεμνίων Εὐρ. Ὀρ. 312˙ ἐκ. τινά τι Θουκ. 6. 11: - Παθ., εἶμαι λίαν πεφοβημένος, φοβοῦμαι μεγάλως, μετ’ αἰτ., Σοφ. Ἠλ. 276˙ ὡσαύτως μετὰ τοῦ ὡς..., αὐτόθι 1426˙ ὑπέρ τινος ὁ αὐτ. Ο. Τ. 989.
English (Strong)
from ἐκ and φοβέω; to frighten utterly: terrify.
English (Thayer)
ἐκφοβω; to frighten away, to terri; to throw into violent fright: τινα, Thucydides, Plato, others.)
Greek Monotonic
ἐκφοβέω: μέλ. -ήσω, τρέπω σε φυγή, εκφοβίζω, τρομάζω, σε Αισχύλ., Πλάτ. κ.λπ.· τὸ ἐκφοβῆσαι, έτσι ώστε να προξενήσει φόβο, σε Θουκ.· ἐκφ. τινὰ ἐκ δεμνίων, σε Ευρ. — Παθ., είμαι πάρα πολύ φοβισμένος, τρομαγμένος, φοβάμαι πολύ, με αιτ., σε Σοφ.
Middle Liddell
fut. ήσω
to frighten away, affright, Aesch., Plat., etc.; τὸ ἐκφοβῆσαι so as to cause alarm, Thuc.; ἐκφ. τινὰ ἐκ δεμνίων Eur.:—Pass. to be much afraid, to fear greatly, c. acc., Soph.
Chinese
原文音譯:™kfobšw 誒克-賀卑哦
詞類次數:動詞(1)
原文字根:出去-懼怕
字義溯源:非常喫驚,恐嚇,威嚇;由(ἐκ / ἐκπερισσῶς / ἐκφωνέω)*=出來)與(φοβέομαι / φοβέω)=害怕)組成;其中 (φοβέομαι / φοβέω)出自(φόβος)=恐懼,可怕),而 (φόβος)又出自(φαῦλος)Y*=在懼怕中)
出現次數:總共(1);林後(1)
譯字彙編:
1) 威嚇(1) 林後10:9