Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δῆρις

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: δῆρις Medium diacritics: δῆρις Low diacritics: δήρις Capitals: ΔΗΡΙΣ
Transliteration A: dē̂ris Transliteration B: dēris Transliteration C: diris Beta Code: dh=ris

English (LSJ)

ἡ,

   A battle, contest, Il.17.158, al. (only in acc.): nom. in A. Supp.412 (lyr.), Emp.122.2 (personified), Epigr.Gr.343 (Germa); gen. δήριος A.Ag.942, δήρεως Suid.

German (Pape)

[Seite 567] ἡ, Kampf, Wettstreit; vielleicht verwandt mit δήιος. Bei Homer zweimal, im accus. δῆριν: Iliad. 17, 158 ἄνδρας οἳ περὶ πάτρης ἀνδράσι δυσμενέεσσι πόνον καὶ δῆριν ἔθεντο; Odyss. 24, 515 υἱός θ' υἱωνός τ' ἀρετῆς πέρι δῆριν ἔχουσιν. – Batr. 4 δῆριν ἀπειρεσίην, πολεμόκλονον ἔργον Ἄρηος; vs. 198 δῆριν ὁρῶντες; Hes. O. 14 πόλεμόν τε κακὸν καὶ δῆριν ὀφέλλει; vs. 33 νεί. κεα καὶ δῆριν ὀφέλλοις; Scut. 241 πλέονες δ' ἔτι δῆριν ἔχοντες μάρναντο; vs. 251 Κῆρες δῆριν ἔχον περὶ πιπτόντων; vs. 306 ἀμφὶ δ' ἀέθλοις δῆριν ἔχον καὶ μόχθον; Epigr. bei Demosth. Cor. 289 οἵδε πάτρας ἕνεκα σφετέρας εἰς δῆριν ἔθεντο ὅπλα. – Nominat. δῆρις Aeschyl. Suppl. 412; genit. δήριος Agam. 942. Suid. hat s. v. Δῆρις den genit. δήρεως u. den dativ. δήρει, ohne Belege.

Greek (Liddell-Scott)

δῆρις: ἡ, ἀγών, μάχη, συμπλοκή, ἅμιλλα, Ἰλ. Ρ. 158, κτλ.· (ἀλλὰ μόνον κατ᾿ αἰτιατ.)· ὀνομ. ἐν Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 412, Ἐπιγράμμ. Ἑλλην. 343· γεν. δήριος Αἰσχύλ. Ἀγ. 942, δήρεως παρὰ Σουΐδ.

French (Bailly abrégé)

ιος (ἡ) :
lutte, combat.
Étymologie: DELG : skr. dari « qui fend ».

Spanish (DGE)

-ιος, ἡ

• Morfología: [sólo sg.; gen. δήρεως Eust.872.3, Sud.; chipr. dat. δίρι (ti-ri) dud. en IChS 165a]
I 1lucha, combate gener. c. dat. ἀνδράσι δυσμενέεσσι πόνον καὶ δῆριν ἔθεντο Il.17.158, πόλιν ..., ἧς πέρι δῆριν ἔθεντο ... ἀλλήλοισι Euph.122, cf. Choeril.13a.6, δῆριν ἔχειν Hes.Sc.241, ξανθᾶς Ἑλένας περὶ εἴδει δῆριν πολύυμνον ἔχοντες Ibyc.1(a).6, cf. 30(b), στυγερὰν δῆριν ... στασάμεθ' B.5.111, cf. Amyntas SHell.44.2, Epic.Alex.Adesp.7.23, IMEG 10.1 (heleníst.), AP 9.397 (Pall.), 16.44, 9.285 (Phil.), Orph.H.65.5, L.579, GVI 670.5 (Misia II/III d.C.), δ. ἀείρεσθαι Opp.C.2.63, ἔπεσε τᾷ δίρι cayó en combate, IChS l.c., Ἀμαζόσι δ. ἀμείλιχος ... εὔαδεν Q.S.1.456, ἄγεν ... Δηιφόβου ποτὶ δῆριν lo llevó a luchar con Deífobo Triph.163, cf. 430, Q.S.8.263, ép. en REG 49.1936.435, Nonn.D.39.279, δ. Ἀχαιμενίη la campaña contra los Aqueménidas, AP 6.332 (Hadr.), cf. Nonn.D.5.302, 40.293, ἐνφύλιος IAphrodisias 2.64.7 (V d.C.), ἄρσην δ. lucha contra hombres Nonn.D.45.92
entre animales, Opp.H.2.359.
2 gener. querella, discordia, disputa Κῆρες ... δῆριν ἔχον περὶ πιπτόντων las Keres ... disputaban por los que iban cayendo Hes.Sc.251, δῆριν ἔχουσι μετὰ ἀδελφῶν Hp.Ep.17.5, πόλεμόν τε κακὸν καὶ δῆριν ὀφέλλει Hes.Op.14, cf. Q.S.5.575, οὐ στάσις οὐδέ τε δ. ni disensión ni querella Emp.B 27a, cf. A.A.942, δῆριν ἔθεντο ... ὑπὲρ μούνης ... σανίδος dos náufragos AP 9.269 (Antip.Thess.), cf. Q.S.5.144, 5.419
desafío, apuesta υἱὸς καὶ γενετὴρ δῆριν φιλόνεικον ἔθεντο AP 11.357.1.
3 competición, concurso, certamen deportivo o poético ἀμφὶ δ' ἀέθλῳ δῆριν εἶχον καὶ μόχθον Hes.Sc.306, περὶ νίκης δ. en carreras de carros ICil.49B.4 (III/V d.C.), cf. Lyc.428, Q.S.4.233, 537, (ἐμὲ) ἐν ἀέθλοις δ. ὑπὲρ νίκης ὤλεσε πανκρατίου IEphesos 3446.6, cf. Nonn.D.37.750
fig. ὑδρείης πέρι δῆριν ἀμεμφέα δηρίσαντο para conseguir agua libraron una competición leal A.R.4.1767, ἐπέων πέρι δ. Q.S.4.124.
II personif. ἡ Δ. la Discordia, la Querella A.Supp.412, Emp.B 122.2, Δῆριν ... κασιγνήτην Πολέμοιο Q.S.8.426.

• Etimología: Del grado alargado de *der- (cf. δέρω, etc.), como ai. -dāri ‘que hiende’, a partir de un sent. originario ‘separación’.

Greek Monolingual

δῆρις (-ιος) και -έως), η (Α)
1. αγώνας, συμπλοκή, μάχη
2. ανταγωνισμός, άμιλλα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το δήρις συνδέεται με αρχ. ινδ. -dāri- «αυτός που ξεσχίζει», το οποίο μαρτυρείται μόνο ως β' συνθετικό στο έπος. Ανήκει στα ρηματικά αφηρημένα ουσ. σε -ι- και η πρωταρχική του σημασία θα πρέπει να ήταν «σχίσμα, διαίρεση, διχόνοια»].

Greek Monotonic

δῆρις: -ιος, αιτ. -ιν, , καυγάς, μάχη, αντιπαλότητα, φιλονικία, διαπάλη, αντιδικία, σε Ομήρ. Ιλ., Αισχύλ. (αμφίβ. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

δῆρις: ιος ἡ борьба, бой, битва Hom., Batr., Hes., Aesch., Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δῆρις -ιος, ἡ alleen acc. -ιν in Hom. strijd.

Frisk Etymological English

-ιος
Grammatical information: f.
Meaning: battle (Il.; cf. Trümpy Fachausdrücke 141ff.).
Derivatives: Denomin. δηρίομαι (Pi.), aor. δηρίσαντο (θ 76), act. δηρῖσαι (Thgn.), pass. δηρινθήτην (Π 756) as if from *δηρίνω; perhaps for δηριθήτην (Schwyzer 761 n. 5; s. Chantr. Gramm. hom. 1, 404), δηρινθῆναι (A. R.), pres. metrically reshaped in δηριόωντο, δηριάασθαι etc. (Hom.; Schwyzer 727, Chantraine 1, 359); ptc. act. δηριώντων (Pi. N. 11, 26; for -όντων acc. to Schulze Q. 384 A. 3), δηριόωντες (A. R. 1, 752; s. Schwyzer-Debrunner 234, partly metrically determined). - δηρίττειν ἐρίζειν H. - Privative adj. ἀ-δήρι-τος without battle (Ρ 42; ἄ-δηρις AP); as verbal adj. to δηρίομαι undomitable (A. Pr. 105), undisputed (Plb.).
Origin: IE [Indo-European]X [probably] *der- split
Etymology: Formally δῆρις agrees with Skt. -dāri- splitting (as second member in the Epos); verbal abstract in -i- (Osthoff ZdgP 118 and 607, Brugmann Grundr.2 2 : 1, 518). So originally splitting, discord. Further s. δέρω.

Middle Liddell

[deriv. uncertain]
a fight, battle, contest, Il., Aesch.

Frisk Etymology German

δῆρις: -ιος
{dē̃ris}
Grammar: f.
Meaning: Kampf, Streit (poet. seit Il.; vgl. Trümpy Fachausdrücke 141ff.).
Derivative: Denominatives Verb δηρίομαι (Pi.), Aor. δηρί̄σαντο (θ 76), Akt. δηρῖσαι (Thgn., Theok. u. a.), Pass. δηρινθήτην (Π 756) als ob von *δηρίνω; vielleicht für δηριθήτην (Schwyzer 761 A. 5; s. auch Chantraine Gramm. hom. 1, 404), δηρινθῆναι (A. R. u. a.), Präs. metrisch umgebildet in δηριόωντο, δηριάασθαι usw. (Hom., A. R.; Schwyzer 727, Chantraine 1, 359); Ptz. Akt. δηριώντων (Pi. N. 11, 26; für -όντων nach Schulze Q. 384 A. 3), δηριόωντες (A. R. 1, 752 am Versende; zum Akt. Schwyzer-Debrunner 234, wenigstens teilweise metrisch bedingt). — δηρίττειν· ἐρίζειν H. nach den Verba auf -ίττειν. — Privatives Adj. ἀδήρι-τος ohne Kampf (Ρ 42, wie ἀγέραστος; ἄδηρις ohne Suffix AP); als Verbaladj. zu δηρίομαι ‘unbezwinglich (A. Pr. 105), unbestritten (Plb., D. S. u. a.).
Etymology : In formaler Hinsicht deckt sich δῆρις mit aind. -dāri- zerspaltend (nur als Hinterglied und erst im Epos belegt); es gehört zu einem alten dehnstufigen Typus von Verbalabstrakta auf -i- (Osthoff ZdgP 118 und 607 m. Lit., Brugmann Grundr.2 2 : 1, 518). Ursprüngliche Bedeutung somit Zerspaltung, Zwietracht. Weitere Verwandte s. δέρω; vgl. noch Porzig Satzinhalte 353.
Page 1,382