Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

είκοσι

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

(AM εἴκοσι και προ φωνήεντος εἴκοσιν
Α και επικ. ἐείκοσι και ἐείκοσιν)
(απόλ. αριθμητ.) ποσότητα δύο δεκάδων
νεοελλ.
(ως ουσ. με άρθρο)
1. το είκοσι
α) η γραφική παράσταση του αριθμού
β) οτιδήποτε έχει τον αριθμό είκοσι (π.χ. θέση, λαχνός, δωμάτιο)
2. στον πληθ. τα είκοσι
τα είκοσι έτη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η πρωταρχική λ. της Ελληνικής με σημασία «είκοσι» είναι Fῑκατι (πρβλ. αβ. vīsaiti, αρχ. ινδ. vimśati-, λατ. viginti) < ΙΕ τ. wῑ-kamt-ĭ, του οποίου το wi- αντιστοιχεί στο di-, dwi- (πρβλ. δύο, δι(ς), λατ. bis) και το kmt-ĭ, τύπος δυϊκού, < (d)kmt (πρβλ. δέκα, εκατό). Το ιων. -αττ. είκοσι (< ε-(F)ῑκοσι, αντί του οποίου στον Όμηρο απαντά εσφαλμένος τ. εείκοσι, με σίγηση του F και συναίρεση του προθεματικού φωνήεντος ε με το ), εμφανίζεται ως υστερογενής σχηματισμός στον οποίο το ο οφείλεται σε αναλογική επίδραση του τ. τριάκοντα ή σε άλλη απόδοση του m, ενώ το -σι < -τι προήλθε με συριστικοποίηση του τ προ του ι. Τέλος, ο επίσης πρωταρχικός τ. Fῑκαστος < ΙΕ τ. wī-kmt-tos και το ιων. -αττ. εικοστός σχηματίστηκε αναλογικά προς το τριακοστός.