Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εἰσβαίνω

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: εἰσβαίνω Medium diacritics: εἰσβαίνω Low diacritics: εισβαίνω Capitals: ΕΙΣΒΑΙΝΩ
Transliteration A: eisbaínō Transliteration B: eisbainō Transliteration C: eisvaino Beta Code: ei)sbai/nw

English (LSJ)

   A go on board a ship, mostly abs., embark, Od.9.103, Th.7.13, etc. ; ἐς [πεντηκόντερον] Hdt.3.41 : c. acc., σκάφος E.Tr.686.    2 generally, enter, πρὸς κόρης νυμφεῖον εἰ. S.Ant.1205 ; δόμους E.Med. 380 ; εἰ. κακά come into miseries, S.OC997 ; ἄτης ἄβυσσον πέλαγος A. Supp.470 ; reversely, ἐμοὶ γὰρ οἶκτος.. εἰσέβη S.Tr.298 ; κἀμὲ γὰρ τὸ δυσχερὲς τοῦτ' εἰσβέβηκεν E.Hyps.Fr.5(3).20.    3 come in, be imported, εἰσέβαινον ἰσχάδες Alex.117.    4 project into, PTeb.86.24 (ii B.C.), etc.    II causal in aor. 1, make to go into, put into, ἐς δ' ἑκατόμβην βῆσε θεῷ (sc. ἐς νῆα) Il.1.310, cf. E.Alc.1055 (lyr.), Ba. 466 ; ληΐδα A.R.2.167.

German (Pape)

[Seite 741] (s. βαίνω), hineingehen; Il. 12, 59; ins Schiff einsteigen, sich einschiffen; Od. 9, 103; Thuc. 1, 143, öfter, wie Xen. Hell. 1, 6, 25; ἐς ναῦν Her. 3, 41; σκάφος Eur. Tro. 681; πρὸς λιθόστρωτον κόρης νυμφεῖον, ins steinerne Brautgemach zur Jungfrau, Soph. Ant. 1190; τοιαῦτα καὐτὸς εἰσέβην κακά, wie subire, O. C. 1001, wie ἄτης ἄβυσσον Aesch. Suppl. 466; εἰσβαίνει μοι οἶκτος, mich kommt an, ergreift Mitleid, Soph. Trach. 297. – Aor. I. trans., hineinbringen, -führen; τινά, Eur. Bacch. 466 Alc. 1055; in tmesi auch Hom., ἐς δ' ἑκατόμβην βῆσε Il. 1, 310; ληΐδα τ' εἰσβήσαντες Ap. Rh. 2, 167.

Greek (Liddell-Scott)

εἰσβαίνω: μέλλ. -βήσομαι, ἐμβαίνω, εἰσέρχομαι εἰς πλοῖον, κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπολ., οἱ δ’ αἶψ εἴσβαινον καὶ ἐπὶ κληῖσι καθῖζον Ὀδ. Ι. 103, κτλ.· ὡσαύτως, ἐσβ. ἐς ναῦν Ἡρόδ. 3. 41· καὶ μετ’ αἰτ., εἰσβ. σκάφος Εὐρ. Τρῳ. 681 (πρβλ. ἐμβαίνω). 2) καθόλου, ἐμβαίνω, εἰσέρχομαι, πρὸς λιθόστρωτον κόρης νυμφεῖον Ἅιδου κοῖλον εἰσβ. Σοφ. Ἀντ. 1205· δόμους Εὐρ. Μήδ. 41, 380, κ. ἀλλ.· τοιαῦτα μέντοι καὐτὸς εἰσέβην κακά, εἰς τοιαῦτα καὶ ἐγὼ ὑπέπεσον κακά, Σοφ. Ο. Κ. 997· ἄτης ἄβυσσον πέλαγος Αἰσχύλ. Ἱκ. 470· καὶ τἀνάπαλιν, ἐμοὶ γὰρ οἶκτος … εἰσέβη Σοφ. Τρ. 298. 3) ἐπὶ ἐμπορευμάτων, εἰσάγομαι ἔξωθεν, εἰσέβαινον ἰσχᾴδες Ἄλεξις ἐν «Κυβερνήτῃ» 2. ΙΙ. Μεταβατ. ἐν τῷ ἀορ. α΄ -έβησα, ἐνεβίβασα, ἐς δ’ ἑκατόμβην βῆσε θεῷ (ἐνν. ἐς νῆα) Ἰλ. Α. 310· πρβλ. Εὐρ. Ἄλκ. 1055, Βάκχ. 466.

French (Bailly abrégé)

entrer dans : ἐσβ. ἐς νῆα HDT ou ἐσβ. σκάφος HDT monter sur un navire ; abs. s’embarquer ; fig. ἐσβ. ἄτης πέλαγος ESCHL, κακά SOPH être plongé dans un abîme d’infortune, dans le malheur ; avec le dat. : ἐμοὶ οἶκτος εἰσέβη SOPH la pitié est entrée dans mon âme.
Étymologie: εἰς, βαίνω.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): ἐσ- Il.1.310 (tm.), Hdt.3.41, Th.7.13, E.Alc.1055; aor. ἔσβην AP 7.621
A intr., temas de pres., aor. rad. o perf.
I c. suj. de pers.
1 embarcar abs. o c. ac. int. de la nave οἱ δ' αἶψ' εἴσβαινον Od.9.103, οἱ ξένοι μὲν ἀναγκαστοὶ ἐσβάντες Th.l.c., οὔπω ναὸς εἰσέβην σκάφος E.Tr.686, εἴσβαινε δή Ar.Ra.190, c. compl. prep. ἐσέβη ἐς αὐτήν (sc. τὴν πεντηκόντερον) Hdt.l.c.
2 entrar c. ac. de direcc. o giro prep. πρὸς ... νυμφεῖον ᾍδου S.Ant.1205, δόμους E.Med.380, IT 1079, χθονὸς μέλαιναν ὄρφνην E.HF 46, εἰς ἁμαξιτόν E.El.775, εἰς τὴν λόχμην Ar.Au.208, εἰς τὸν σάκκον ὧδ' εἰσβαίνετε Ar.Ach.745, εἰς θάλατταν Isoc.Ep.4.8, ε[ἰς τὴν συ] ναγωγήν Manes 137.6, δόμον Ἄϊδος AP l.c., ε[ἰς] οἶκον PFlor.295.8 (VI d.C.)
fig. ἄτης δ' ἄβυσσον πέλαγος οὐ μάλ' εὔπορον τόδ' εἰσβέβηκα A.Supp.471, τοιαῦτα ... καὐτὸς εἰσέβην κακά S.OC 997, ἐμοὶ ... οἶκτος δεινὸς εἰσέβη S.Tr.298, κἀμὲ γὰρ τὸ δ[υ] σχερὲς τοῦτ' εἰσβέβηκεν E.Fr.Hyps.67, χορεῖον εἰσέβαινε ῥυθμόν Men.Dysc.951.
3 convertirse en, pasar a ser c. compl. pred. ὅταν ὁ ἁπλοῦς ... εἰσβαίνῃ διπλοῦς ref. a la encarnación, Cyr.Al.M.73.325A.
II c. suj. de cosa
1 venir de fuera, ser importado εἰσέβαινον ἰσχάδες Alex.122.
2 retroceder, recular de terrenos de labranza c. respecto al terreno vecino ἀπηλιώτου ἐχόμενος (sc. κλῆρος) εἰσβαίνων βορρᾶ al este un lote colindante que retrocede por el norte, PTeb.87.25, cf. 86.24 (II a.C.); cf. ἐκβαίνω A II 5.
B tr., en aor. sigm.
1 hacer embarcar ἐς δ' ἑκατόμβην βῆσε θεῷ (tm.) Il.l.c., ληίδα τ' εἰσβήσαντες A.R.2.167.
2 c. ac. de pers. hacer entrar, introducir τῆς θανούσης θάλαμον ἐσβήσας (αὐτήν) E.l.c., Διόνυσος αὐτὸς μ' εἰσέβησ' el propio Dioniso me inició en los ritos, E.Ba.466.

Greek Monolingual

εἰσβαίνω (AM)
εισέρχομαι
μσν.
περνώ, διαβαίνω
αρχ.
1. επιβιβάζομαι σε πλοίο
2. (για εμπορεύματα) εισάγομαι από ξένη χώρα
3. με προεξοχή μου προσαρμόζομαι κάπου
4. φρ. «τοιαῡτα μέντοι καὐτὸς εἰσέβην κακά», «εἰσέβην ἄτης ἄβυσσον πέλαγος» — σε τέτοιες συμφορές έπεσα ή βρέθηκα
5. «ἐς δ' ἑκατόμβην βῆσε θεῷ» — κι έμπασε στο πλοίο εκατό βόδια για θυσία.

Greek Monotonic

εἰσβαίνω: μέλ. -βήσομαι·
II. 1. επιβιβάζομαι σε πλοίο, μπαίνω σε φορτηγό-πλοίο, μπαρκάρω, σε Ομήρ. Οδ.· ἐσβ. ἐς ναῦν, σε Ηρόδ.
2. γενικά, εισέρχομαι, εισχωρώ, δόμους, σε Ευρ.· εἰσβ. κακά, περιέρχομαι σε δυσκολίες, βάσανα, σε Σοφ.
II. μτβ., στον αόρ. αʹ ἀνέβησα, κάνω κάποιον να εισέλθει, να επιβιβαστεί, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

εἰσβαίνω: ион. и староатт. ἐσβαίνω
1) входить, вступать (πρὸς νυμφεῖον Soph.; δόμους τινός Eur.): ἐμοὶ οἶκτος εἰσέβη Soph. жалость охватила меня;
2) (тж. εἰ. σκάφος и ἐς νῆα Her.) погружаться, садиться на корабль (εἴσβαινον καὶ ἐπὶ κληῖσι κάθιζον Hom.; εἰσέβησαν τῶν ἱππέων πολλοί Xen.);
3) погружать на корабль (ἑκατόμβην θεῷ Hom. - in tmesi);
4) вводить, приводить (τινά Eur.);
5) перен. попадать: ἄτης πέλαγος ἐσβέβηκα Aesch. я ввергнут в пучину бедствий; τοιαῦτα εἰσέβην κακά Soph. вот какие бедствия постигли меня.

Middle Liddell

fut. -βήσομαι
I. to go into a ship, to go on board ship, embark, Od.; ἐσβ. ἐς ναῦν Hdt.
2. generally, to go into, enter, δόμους Eur.; εἰσβ. κακά to come into miseries, Soph.
II. Causal in aor1 ἀνέβησα, to make to go into, put on board, Il.