Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λαμπρότης

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: λαμπρότης Medium diacritics: λαμπρότης Low diacritics: λαμπρότης Capitals: ΛΑΜΠΡΟΤΗΣ
Transliteration A: lamprótēs Transliteration B: lamprotēs Transliteration C: lamprotis Beta Code: lampro/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ,

   A brilliancy, splendour, λ. καὶ τάξις τοῦ στρατεύματος X.An.1.2.18; of a horse, Id.Eq.11.9; of arms, Plb.11.9.1, Arr.An.1.14.4.    2 clearness, distinctness, Plu.Phil.11.    II metaph., brilliancy, splendour, Hdt.2.101; ἡ παραυτίκα λ. Th.2.64, cf. 7.69; ἀπὸ οἵας λαμπρότητος… ἐς οἵαν… τελευτὴν ἀφῖκτο Id.7.75, cf. 6.31: pl., distinctions, τιμαὶ καὶ λ. Id.4.62; ἔν τινος λαμπρότητι in distinction for a thing, Id.6.16; λ. τῶν πράξεων D.S.16.66, cf. Arr. An.2.7.7.    2 munificence, D.21.158.    3 brilliancy of style, Plu. 2.25b; λαμπρότητες τοῦ λόγου, Lat. lumina orationis, Philostr.VS 1.23.2.    4 λ. ψυχῆς magnanimity, Plb.32.8.1, D.S.4.40.    5 as a title, ἡ σὴ λ. your Serenity, Serene Highness, PGrenf.1.59 (v/vi A. D.).

German (Pape)

[Seite 13] ητος, ἡ, Glanz, καὶ τάξις τοῦ στρατεύματος Xen. An. 1, 2, 18; καὶ κόσμοι Plut. Them. 8; τῶν ὅπλων Pol. 11, 9, 1; – Ruhm, Ansehen, Her. 2, 101; καὶ τιμαί Thuc. 4, 62; καὶ αὔχημα 7, 75; Folgde; τῶν πράξεων D. gie. 16, 66; – Glanz u. Pracht im Aufwande, Dem. 21, 158; auch Glanz der Rede, Rhett.; von der Stimme, Plut. Philop. 11; – ψυχῆς, Seelengröße, Pol. 32, 23, 1; D. Sic. 4, 40.

Greek (Liddell-Scott)

λαμπρότης: -ητος, ἡ, ὡς καὶ νῦν, λ. καὶ τάξις τοῦ στρατεύματος Ξεν. Ἀν. 1. 2, 18· ἐπὶ ἵππου, ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 11. 9· ἐπὶ ὅπλων, Ἀρρ. Ἀν. 1. 14, 4. 2) εὐκρίνεια, φωνῆς Πλουτ. Φιλοπ. 11. ΙΙ. μεταφ., κατ’ οὐδὲν εἶναι λαμπρότητος Ἡρόδ. 2. 101· ἡ παραυτίκα λ. Θουκ. 2. 64, πρβλ. 7. 69· ἀπὸ οἵας λαμπρότητος... ἐς οἵαν... τελευτὴν ἀφῖκτο ὁ αὐτ. ἐν 7. 75, πρβ. 6. 31· - ἐν τῷ πληθ., διακρίσεις, ὁ αὐτ. ἐν 4. 62· ἔν τινος λαμπρότητι, διακεκριμένος ἐπί τινι, ὁ αὐτ. ἐν 6. 61· λ. τῶν πράξεων Διόδ. 16. 66, πρβλ. Ἀρρ. Ἀν. 2. 7, 7. 2) μεγαλοπρεπὴς τρόπος, μεγαλοδωρία, Δημ. 565. 22. 3) μεγαλοπρέπεια, μεγαλεῖον γλώσσης, Πλούτ. 2. 25Β· λαμπρότητες τοῦ λόγου, Λατ. lumina orationis, Φιλόστρ. 527. 4) λ. ψυχῆς, μεγαλοψυχία, Πολύβ. 32. 23, 1, πρβλ. Διόδ. 4. 40. 5) ὡς τίτλος, ἡ σὴ λ., ἡ ἐκλαμπρότης σου, Βυζ.

French (Bailly abrégé)

ητος (ἡ) :
I. éclat, splendeur ; p. anal. en parl. de la voix éclat, force;
II. fig.
1 aspect brillant, belle apparence;
2 éclat, distinction, gloire, honneur;
3 magnificence, générosité.
Étymologie: λαμπρός.

English (Strong)

from λαμπρός; brilliancy: brightness.

English (Thayer)

λαμπρότητος, ἡ, brightness, brilliancy: τοῦ ἡλίου, Herodotus (metaphorically) down.)

Greek Monolingual

λαμπρότης, -ητος, ἡ (AM)
βλ. λαμπρότητα.

Greek Monotonic

λαμπρότης: -ητος, ἡ,
1. φωτεινότητα, αίγλη, μεγαλοπρέπεια, σε Ηρόδ., Αττ.· στον πληθ., διακρίσεις, σε Θουκ.
2. μεγαλοπρεπής τρόπος, μεγαλείο της γλώσσας, μεγαλοπρέπεια, μεγαλοδωρία, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

λαμπρότης: ητος ἡ
1) сияние, яркость (ἡλίου NT);
2) блеск, сверкание (τῶν ὅπλων Polyb.);
3) великолепие, прекрасный вид (τοῦ στρατεύματος, τοῦ ἵππου Xen.);
4) блистательность, величие (ψυχῆς Polyb.; τῶν πράζεων Diod.);
5) слава, знатность (λ. καὶ τιμαί Thuc.);
6) чистота, ясность (φωνῆς Plut.).

Middle Liddell

λαμπρότης, ητος, [from λαμπρός
1. brilliancy, splendour, Hdt., attic: —in pl. distinctions, Thuc.
2. splendid conduct, munificence, Dem.

Chinese

原文音譯:lamprÒthj 藍普羅帖士
詞類次數:名詞(1)
原文字根:發光 相當於: (הָדָר‎) (נׄגַהּ‎)
字義溯源:光亮,亮,光度,光輝;源自(λαμπρός)=明亮的,華麗的);而 (λαμπρός)出自(λαμπάς / ὑπολαμπάς)=燈), (λαμπάς / ὑπολαμπάς)又出自(ἐπιλάμπω / λάμπω)*=放光)
出現次數:總共(1);徒(1)
譯字彙編
1) 光亮(1) 徒26:13