Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐλευθερία

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: ἐλευθερία Medium diacritics: ἐλευθερία Low diacritics: ελευθερία Capitals: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Transliteration A: eleuthería Transliteration B: eleutheria Transliteration C: eleftheria Beta Code: e)leuqeri/a

English (LSJ)

Ion. -ιη, ἡ,

   A freedom, liberty, Pi.P.1.61, Hdt.1.62,95; ἐλευθερίας φῶς A.Ch.809(lyr.), cf. 863 (anap.); δι' ἐλευθερίας μόλις ἐξῆλθες, i.e. μόλις ἠλευθερώθης, S.El.1509(anap.); ὑπῆρξαν ἐλευθερίας τῆ Ἑλλάδι And.1.142; freedom from a thing, ἀπὸ πασῶν ἀρχῶν Pl.Lg. 698a; τινός Id.R.329c, cf. AP6.228 (Adaeus).    b manumission, ἡ εἰκοστὴ τῶν ἐ.,= Lat. vicesima manumissionum, BGU326ii 11 (ii A.D.).    2 licence, ἀκολασία καὶ ἐ. Pl.Grg.492c; of Diogenes, Jul.Or. 6.185c.    3 later, = ἐλευθεριότης, UPZ62.7.    4 name of a dance, S.E.M.1.293.

German (Pape)

[Seite 795] ἡ, die Freiheit, Unabhängigkeit, ganzer Völker und einzelner Menschen, Pind. P. 1, 61 Soph. El. 1501; überall bei den Attikern sowohl Freiheit von äußerem Zwange, im Ggstz der δουλεία, als von innerem, von Leidenschaften u. dgl.; τινός, von Etwas; τῶν τοιούτων ἐν τῷ γήρᾳ πολλὴ εἰρήνη γίγνεται καὶ ἐλ. Plat. Rep. I, 329 c; ἀρότρου Add. 3 (VI, 228); ἡ παντελὴς καὶ ἀπὸ πασῶν ἀρχῶν ἐλ. Plat. Legg. III, 698 a; – ἀφαιρεῖσθαι εἰς ἐλευθερίαν (s. verb.); ἐπ' ἐλευθερίᾳ, um der Freilassung willen, Inscr. oft.

Greek (Liddell-Scott)

ἐλευθερία: Ἰων. -ίη, ἡ, ἐλευθερία, Πινδ. Π. 1. 119, Ἡρόδ. 1. 62, 95, Αἰσχύλ. Χο. 809, 863, κτλ.· δι’ ἐλευθερίας μόλις ἐξῆλθες, δηλ. μόλις ἠλευθερώθης, Σοφ. Ἠλ. 1509· ὑπάρχειν ἐλευθερίας τῇ Ἑλλάδι Ἀνδοκ. 18. 34· ἐλευθερία, ἀπαλλαγὴ ἀπό τινος πράγματος, ἀπό τινος Πλάτ. Νόμ. 698Α· τινός Πολ. 329C. 2) ὑπέρμετρος ἐλευθερία, ἀκολασία καὶ ἐλ. ὁ αὐτ. Γοργ. 492C. 3) παρὰ μεταγεν. = ἐλευθεριότης. 4) ὄνομα χοροῦ τινος παρὰ Σέξτ. τῷ Ἐμπ. π. Μ. 1. 293.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
liberté.
Étymologie: ἐλεύθερος.

English (Slater)

ἐλευθερία
   1 freedom πόλιν κείναν θεοδμάτῳ σὺν ἐλευθερίᾳ ἔκτισσε (P. 1.61) ἰατὰ δ' ἐστὶ βροτοῖς σύν γ ἐλευθερίᾳ καὶ τά (I. 8.15) ὅθι παῖδες Ἀθαναίων ἐβάλοντο φαεννὰν κρηπῖδἐλευθερίας fr. 77. 2.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): jón. -ίη Hdt.1.62
A Iref. pueblos, ciu. y grupos
1 libertad, independencia respecto a un poder externo πόλιν κείναν θεοδμάτῳ σὺν ἐλευθερίᾳ ... ἔκτισσε ref. las victorias de Hierón, Pi.P.1.61, op. explíc. o implíc. δουλοσύνη, δουλεία ‘esclavitud’ περὶ τῆς ἐλευθερίης μαχησάμενοι τοῖσι Ἀσσυρίοισι Hdt.1.95, cf. 1.170, ὁ κτησάμενος τοῖσι Πέρσῃσι τὴν ἐλευθερίην Hdt.7.2, ἐλευθερίην ὑμῖν ἥκομεν φέροντες Hdt.4.133, ref. los pueblos griegos frente al imperio persa Ἑλλάδι γὰρ σπεύδοντες ἐλευθερίην περιθεῖναι Simon.FGE 712, ὅθι παῖδες Ἀθαναίων ἐβάλοντο φαεννὰν κρηπίδ' ἐλευθερίας Pi.Fr.77, cf. I.8.15, Tim.12, ὑπῆρξαν τῆς ἐλευθερίας ἁπάσῃ τῇ Ἑλλάδι And.Myst.142, ὑπὲρ τῆς ... ἐλευθερίας ἀγωνίζεσθαι Lycurg.42, SEG 18.153.15 (Trecén IV/III a.C.), τῇ Ἑλλάδι ἄρχειν τῆς ἐλευθερίας X.HG 2.2.23, cf. An.1.7.3, Theopomp.Hist.253, Ἀκραγαντίνοις ἔσωσε ... τοὺς νόμους καὶ τὴν ἐλευθερίαν Plb.1.43.8, ἐκ τῶν ἄλλων Τρωικῶν πόλεων τῆς ἐλευθερίας <οἱ> περιεχόμενοι D.H.1.47, διὰ τὸ ἀποδοθῆναι αὐτὸν τῇ ἐλευθερίᾳ τῶν προγόνων por haber sido devuelto a la libertad de sus ancestros ref. al pueblo de Israel liberado de Egipto, I.AI 2.92
ref. pueblos griegos frente al predominio de alguno de ellos ἀποστεροῦντες ... τοὺς ὑπ' ἐκείνων (τῶν Ἀθηναίων) δεδουλωμένους ἐλευθερίας Th.1.69, cf. 2.62
unido a αὐτονομία: διαφυλάξω τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν αὐτονομίαν τῷ δήμῳ τῷ Ἰασέων IIasos 3.13 (IV/III a.C.), en un pacto de alianza entre pueblos TAM 3(1).2.10 (II a.C.), ταῖς συμμαχίσι ... πόλεσιν ἀργυρίου πωλεῖν τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν αὐτονομίαν Plu.Comp.Lys.Sull.3
de ahí «la libertad» n. de una danza que conmemoraba la liberación tras la batalla de Platea παρὰ τὸ συμπόσιον τὴν ἐλευθερίαν ... ὀρχεῖσθαι S.E.M.1.293.
2 en el plano instit. y polít. libertad como régimen interior, op. τυραννίς ‘sumisión’, ‘tiranía de un gobernante’:
a) ref. al grupo familiar e identif. c. ‘restauración del orden’, ‘salvación’ δὸς ... καί νιν ἐλευθερίας λαμπρὸν ἰδεῖν φῶς y concede que (esta casa) vuelva a ver la brillante luz de la libertad tras el comportamiento tiránico de Egisto, A.Ch.809, cf. 863, S.El.1509;
b) ref. ciu. y pueblos τοῖσι ἡ τυραννὶς πρὸ ἐλευθερίης ἦν ἀσπαστότερον Hdt.1.62, cf. 6.5, Iambl.Protr.20, ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας ἥκειν καὶ καταλύσειν τοὺς μονάρχους Plu.Tim.11, ἢν ὑπόσχῃ τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῖς ref. las satrapías c. rel. al rey, Isoc.5.104, Ἀθηναίοις τε ἐλευθερίαν ἀπὸ τῶν Πεισιστράτου παίδων ... κτώμενος Paus.3.4.2, identif. c. ἰσονομία ‘igualdad de derechos’ τὴν ἐλευθερίην ὑμῖν περιτίθημι Hdt.3.142, identif. c. δημοκρατία: ἡ ἐν δημοκρατίῃ πενίη ... τοσοῦτον ἐστι αἱρετωτέρη, ὁκόσον ἐλευθερίη δουλείῃ Democr.B 251, como base y meta de una constitución democrática ἐλευθερίας ἡ πόλις μεστὴ καὶ παρρησίας γίγνεται Pl.R.557b, ὑπόθεσις μὲν οὖν τῆς δημοκρατικῆς πολιτείας ἐ. Arist.Pol.1317a40, cf. Rh.1366a4, ἀπολέσαι τὴν ἐλευθερίαν, ἐν ᾗ πρότερον ἐκόμων αὐτονομίᾳ ... χρώμενοι Eus.Is.1.31, como ideal político-social de un pueblo, frente a dictaduras y regímenes autoritarios, en Roma οἱ μὲν ἄπληστοι τῆς ἐλευθερίας ὄντες D.C.17.1, ἐν ἀδείᾳ καὶ ἐλευθερίᾳ βιώσεσθε Hdn.5.1.8
considerada en algún caso como anarquía o libertinaje ἡ παντελὴς καὶ ἀπὸ πασῶν ἀρχῶν ἐ. τῆς μέτρον ἐχούσης ἀρχῆς ὑφ' ἑτέρων οὐ σμικρῷ χείρων la libertad absoluta y sin ningún gobierno es mucho peor que estar bajo el gobierno moderado de otros Pl.Lg.698a.
II ref. la pers. como individuo en el plano social
1 libertad como un bien de clase que se puede adquirir o conquistar, frente a δουλείη ‘esclavitud’ (δοῦλοι) ἑκόντες ... ἐπ' ἐλευθερίᾳ ... κατηγοροῦσιν Gorg.B 11a.11, τὸ μὲν γὰρ δοῦλος εἶναι ἐξεπίστεαι, ἐλευθερίης δὲ οὔκω ἐπειρήθης Hdt.7.135, obtenida mediante un pago de dinero προσήκει κἀμοὶ τῆς ἐλευθερίας, τὸ ἴσον καταθέντι ἀργύριον ref. una concubina esclava, Lys.4.12, ἐ. οὐκ ἐδόθη αὐτῇ LXX Le.19.20, ἐξαιρεῖσθαι αὐτὸν εἰς ἐλευθερίαν reclamar la libertad de éste Lys.23.9, cf. 11, ἀφελόμενος τὴν ... θεράπαιναν εἰς ἐλευθερίαν D.58.19, cf. 21, δούλους τε ἐς ἐλευθερίαν ἠφίει Paus.7.15.7, cf. Gr.Nyss.Eun.1.28, poseída de nacimiento, Vett.Val.101.5
liberación, manumisión frec. en locuciones c. ἐπ' ἐλευθερίᾳ: ὡς δοῦλος ἐπ' ἐλευθερίᾳ θέλει ἀρέσαι BGU 1141.24 (I a.C.), ἀπέδον το τοῖ Διονύσοι ... ἐπ' ἐλευθερίᾳ σῶμα ἀνδρεῖον IG 92.624a.8 (Naupacto II a.C.), cf. IG 92.721C.4 (Calión II a.C.), FD 6.92.4 (II a.C.), ἐκάλει διὰ κηρύγματος ἐπ' ἐλευθερίᾳ τὸ οἰκετικόν Plu.Sull.9, cf. App.BC 1.26, ἀπέδοτο δὲ καὶ οἰκέτας, ὅσοι τῶν ἐς ἐλευθερίαν ἀφεθέντων Paus.7.16.8, εἰκοστὴ ἐλευθερίας trad. de lat. vicesima libertatis, IG 22.11492 (II d.C.), cf. Iust.Const.δέδωκεν 7b, ἡ εἰκοστὴ τῶν ... ἐλευθεριῶν impuesto del cinco por ciento sobre la manumisión de esclavos Mitteis Chr.316.2.11 (II d.C.), POxy.2265.5 (II d.C.)
de ahí, concr. documento de manumisión δύο ταβέλλαι ἐλευθερίας εὑρίσκονται BGU 388.2.35 (II d.C., cf. BL 11.17), τὴν ἐλευθερίαν τῷ κυρίῳ μου ... ἔδωκα MAMA 4.279 (Dionisópolis II/III d.C.).
2 libertad como condición de ciudadano libre, derecho de ciudadanía ὑπὸ μηδέπω ἐσχηκότων νομίμ[η] ν ἐλευθερίαν Ῥωμαῖος (prob. l. Ῥωμαίαν) por aquellos (libertos) que todavía no han obtenido la libertad romana legal, PGnom.22 (II d.C.).
III ref. al individuo en el plano personal
1 gener. libertad entendida conceptualmente como un bien natural:
a) op. ‘esclavitud’ δουλείαν ἐπίσης ἐλευθερίᾳ ἀδιάφορον πρὸς ἡδονῆς μέτρον Hegesias Cyr.1, κατὰ τὸν ἔρωτ' οὐκ ἔστ' ἐλευθερίας τυχεῖν ref. una hetera, Men.Epit.382, como uno de los apetitos del alma ἐπιθυμητικὸν οὖν ἐστι ... ἐλευθερίας ... τὸ θυμοειδές Gal.4.772, ἐλευθερίᾳ ... ἐπιχειρῆσαι luchar por la libertad ref. los trabajos de Heracles como modelo, Synes.Insomn.8;
b) en el pensamiento crist. libertad de elección, albedrío entre el bien y el mal, como un don concedido por Dios ἔχοντας ἡμᾶς ... τὴν παρὰ τοῦ Σωτῆρος ἐλευθερίαν Ath.Al.V.Anton.26.4, c. gen. obj. ἡ ἐ. τῆς παρθενίας Gr.Nyss.Virg.262.27
de ahí esp. ref. la pers. que abraza la fe crist., frente al esclavo que no ha sido liberado por Cristo οὗ δὲ τὸ πνεῦμα κυρίου, ἐ. 2Ep.Cor.3.17, ἐπ' ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε Ep.Gal.5.13, ἦμαρ ἐλευθερίης πανετήτυμον ὀψὲ λαχόντες Nonn.Par.Eu.Io.8.36.
2 entendida como un ejercicio libertad respecto a algo, liberación en el sent. de desapego frec. c. gen. obj. τῶν γε τοιούτων ἐν τῷ γήρᾳ πολλὴ εἰρήνη γίγνεται καὶ ἐ. en la vejez llega un gran sosiego y liberación de tales asuntos Pl.R.329c, como ideal de cierta sabiduría, en el pensamiento epicúreo τῆς αὐταρκείας καρπὸς μέγιστος ἐ. Epicur.[6] 77, entendida como liberación de vicios en el sabio estoico ἵνα ... εἰς ἐλευθερίαν αὐτὴν (τὴν ψυχήν) ἐξέληται Ph.1.419, como desprendimiento de apetencias materiales, en la fil. cínica πάντων τούτων ἀπολύων τοὺς ἀνθρώπους εἰς ἐλευθερίαν καὶ αὐτάρκειαν ἐξαιρεῖται τοὺς τρόπους (Ὅμηρος) Ath.9e, c. gen. subjet. ἡ ἐ. τοῦ κυνός Iul.Or.9.185c
en los anim. libertad de las aves τῆς ἐλευθερίας αὐταῖς (ἀηδόσι) ἔρωτα τοσοῦτον ἐντίθησιν D.P.Au.1.20, cf. Ael.NA 3.40, c. gen. ὁ δὲ (βοῦς) ... ἀρότρου τέρπετ' ἐλευθερίῃ y él (el buey) disfrutaba una vez libre del arado, AP 6.228 (Adaeus).
3 c. un sent. neg. licencia, libertinaje τρυφὴ καὶ ἀκολασία καὶ ἐ. Pl.Grg.492c, identif. c. παρανομία Pl.R.572e, en parod. cóm. τοὺς ἀστυνόμους ... τοὺς πτεροκοποῦντας τὴν ἐλευθερίαν λέγεις Com.Adesp.1025.3, como pérdida del control σφαλερὰ γὰρ ἡ πάροινος ἐ. Clem.Al.Paed.2.7.54
en el lenguaje audacia de la expresión, desenfado τοῦτο μὲν ὑπὸ τῆς συγγενοῦς ἐλευθερίας ὑφείλετο Gr.Nyss.Eun.1.559.
IV como cualidad de la pers., identif. c. otras virtudes
1 espontaneidad, equiv. sinceridad, franqueza, integridad οἰκήιον ἐλευθερίης παρρησίη Democr.B 226, de un filósofo παραδοὺς ἑαυτὸν ἐλευθερίᾳ καὶ παρρησίᾳ Luc.Demon.3, ἀλλὰ φθόνος ἐκποδὼν εἴη τῆς ἐλευθερίας y que en mi franqueza no se vea envidia Aristaenet.1.19.5, τὸ ἄκαιρόν μου τῆς ἐλευθερίας lo inoportuno de mi franqueza Ach.Tat.6.16.6, cf. en personif. cóm. Ἐλευθερία como servidora de Ἀλήθεια y unida a Παρρησία Luc.Pisc.17
rel. c. la educación, como símbolo de ‘espontaneidad’ αἱ μὲν (μαθήσεις) γὰρ τὸ λογικὸν ἐν τῇ κατὰ φύσιν ἐλευθερίᾳ διασῴζουσι pues unas (enseñanzas) salvaguardan lo racional dentro de su libertad natural op. ‘las enseñanzas que doblegan la parte irracional del niño’, Aristid.Quint.54.28.
2 lozanía, gallardía, desenvoltura propia de la juventud τὸν δὲ τοῦ Τυδέως ἡ ἐ. γράφει al hijo de Tideo se le reconoce por su gallardía Philostr.Im.2.7, cf. Them.Or.5.67b.
3 liberalidad, magnanimidad, generosidad τοῦτο ἐλευθερίας ἐφόδιον καὶ μεγαλοψυχίας παρεσκευάσθαι τῇ πόλει Aristid.Or.1.23, cf. Sch.ad loc., Basil.Ep.108
ret., del estilo nobleza ἡ τοῦ Πλάτωνος ἐλευθερίας περὶ τὴν φράσιν D.Chr.36.27.
4 independencia de criterio, libertad de actuación en el ejercicio de una función μετὰ πάσης σπουδῆς καὶ γνησι[ό] τητος καὶ ἐλευθερίας καὶ πίστεως POxy.140.16 (VI d.C.), cf. PStras.40.29 (VI d.C.), SB 4879.2 (biz.).
5 pureza plu. concr. τὰς γὰρ τῶν ἀέρων ἐλευθερίας οὕτω παραφθείρουσιν οἱ βάρβαροι así echan a perder los bárbaros el aire libre y puro Philostr.Im.2.31.
V impers., casi gramaticalizado ἐ. (sc. ἐστί) c. inf. hay libertad de, hay posibilidad, se puede τοῦ μέσου δὲ αὐτῶν (φυτῶν) ἐλευθερία βαδίζειν pero se puede caminar entre ellos (los árboles) Philostr.Im.1.6.
B personif. Libertad Ἐ. Διὸς ὄλβιον τέκος S.Fr.927b, c. estatuas y templos Θεὰ Ἐ. SEG 54.1039 (Afrodisias I/II d.C.), ἡ σύγκλητος Ἐλευθερίας εἰκόνα ἵδρυσεν Hdn.1.15.1, cf. D.C.38.17.6, 43.44.1, τεῦξεν ἐλευθερίης ἐνναέταις τέμενος Sardis 83 (III d.C.).

English (Strong)

from ἐλεύθερος; freedom (legitimate or licentious, chiefly moral or ceremonial): liberty.

English (Thayer)

ἐλευθέρας, ἡ (ἐλεύθερος), liberty, (from Pindar, Herodotus down); in the N. T.
a. liberty to do or to omit things having no relation to salvation, ὁ νόμος τῆς ἐλευθερίας, i. e. the Christian religion, which furnishes that rule of right living by which the liberty just mentioned is attained, ἡ ἐλευθερία τῆς δόξης (epexegetical genitive (Winer's Grammar, 531 (494))), manifested in the glorious condition of the future life, 2 Peter 2:19. J. C. Erler, Commentatio exeg. de libertatis christianae notione in N. T. libris obvia, 1830 (an essay I have never had the good fortune to see).

Greek Monolingual

και ελευθεριά και λευθεριά και λευτεριά, η (AM ἐλευθερία
Α και έλευθερίη)
1. έλλειψη καταναγκασμού, δυνατότητα κάποιου να ενεργεί σύμφωνα με τη θέλησή του
2. (για τόπο) το να μην υπάρχει καταπίεση από τυραννικό, αυταρχικό καθεστώς ή από ξένη κατοχή ή επικυριαρχία
3. απελευθέρωση
4. απολύτρωση, σωτηρία
5. ελευθεριότητα, έλλειψη δισταγμού ή ηθικού περιορισμού
6. απελευθέρωση δούλου
μσν.- νεοελλ.
1. δικαίωμα, προνόμιο
2. κατοχή, κυριότητα περιουσιακού στοιχείου
3. γενναιοδωρία, απλοχεριά
4. ευκινησία
νεοελλ.
1. (για έγκυο) τοκετός, ελευθέρωση
2. κατάσταση κατά την οποία κάποιος δεν είναι φυλακισμένος, περιορισμένος ή εξαρτημένος από κάποιον
3. ευχέρεια, άνεσηελευθερία κινήσεων», «ελευθερία δράσης»)
4. «ελευθερία πίστεως ή συνειδήσεως» — η θρησκευτική ελευθερία, το δικαίωμα κάποιου να ανήκει σε όποια θρησκεία ή δόγμα επιθυμεί
5. «ελευθερία λατρείας» — το δικαίωμα να ασκεί κανείς ελεύθερα τα θρησκευτικά του καθήκοντα
6. «ελευθερία του πνεύματος» — η έλλειψη οποιουδήποτε στοιχείου παρεμποδίζει τη σκέψη ή βούληση
7. «φυσική ελευθερία» — το δικαίωμα του ανθρώπου να δρα σύμφωνα με τη βούλησή του και όχι με εξωτερικό καταναγκασμό
8. «ελευθερία του λόγου, τών ιδεών, του τύπου» — το δικαίωμα του ανθρώπου να εκφράζει ελεύθερα προφορικώς ή γραπτώς τις ιδέες, τις απόψεις, τις κρίσεις του
9. «ελευθερία βουλήσεως» — η ευχέρεια αυτοπροσδιορισμού του ανθρώπου χωρίς να παρεμβάλλεται οποιοδήποτε αίτιο ή κίνητρο
10. «ατομικές ελευθερίες» — το σύνολο τών ατομικών δικαιωμάτων του πολίτη όπως προστατεύονται από το Σύνταγμα τών ελευθέρων κρατών
11. «προσωπική ελευθερία» — η διασφάλιση από το Σύνταγμα της ελευθερίας του ατόμου, ώστε να μην είναι δυνατόν να συλληφθεί, να διωχθεί ή να περιοριστεί παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος
12. «ελευθερία του συνέρχεσθαι» — το δικαίωμα των πολιτών να συναθροίζονται «ησύχως και αόπλως»
13. «ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι» — το δικαίωμα των ατόμων να συνεργάζονται για να προασπίσουν και να προαγάγουν υλικά ή ηθικά τους συμφέροντα
14. «συνδικαλιστικές ελευθερίες» — κατοχυρωμένα δικαιώματα τών εργαζομένων να αναδεικνύουν τους εκπροσώπους τους, να διαφυλάττουν και να προάγουν τα συμφέροντά τους
15. «ελευθερία επί λόγῳ τιμής» — προνομιακή μεταχείριση αξιωματικών αιχμαλώτων πολέμου αφού δώσουν το λόγο της τιμής τους ότι δεν θα δραπετεύσουν και δεν θα μετάσχουν σε εχθροπραξίες ώς το τέλος του πολέμου
αρχ.
1. υπέρμετρη ελευθερία, ακολασία
2. είδος χορού.
τα (AM ἐλευθέρια)
εορτασμός για την απελευθέρωση από εχθρική κατοχή
αρχ.
1. θυσία που τελείται σε εορτασμό για απελευθέρωση (κάθε πέντε χρόνια στις Πλαταιές σε ανάμνηση της ένδοξης μάχης, στις Συρακούσες για την αποκατάσταση της δημοκρατίας κ.λπ.)
2. γιορτή προς τιμήν του Διονύσου Ελευθερέως.

Greek Monotonic

ἐλευθερία: Ιων. -ίη, ἡ (ἐλεύθερος),·
1. ανεξαρτησία, ελευθερία, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.· δι' ἐλευθερίας μόλις ἐξῆλθες, δηλ. μόλις ἐλευθερώθης, σε Σοφ.
2. ανεξαρτησία, απελευθέρωση, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἐλευθερία: ион. ἐλευθερίη
1) свобода, свободное состояние (ὑπόθεσις τῆς δημοκρατικῆς πολιτείας ἐ., sc. ἐστίν Arst.);
2) независимость (τινός и ἀπό τινος Plat.);
3) вольность, разнузданность (ἀκολασία καὶ ἐ. Plat.).

Middle Liddell

ἐλευθερία, ἡ, ἐλεύθερος
1. freedom, liberty, Hdt., Aesch., etc.; δι' ἐλευθερίας μόλις ἐξῆλθες, i. e. μόλις ἐλευθερώθης, Soph.
2. licence, Plat.

Chinese

原文音譯:™leuqer⋯a 誒留帖里阿
詞類次數:名詞(11)
原文字根:自由
字義溯源:自由,無霸;源自(ἐλεύθερος)*=無約束的)。保羅在講述神的兒女的榮耀說:受造之物所指望的,消極方面是脫離敗壞的轄制,積極方面是進入神兒女榮耀的自由( 羅8:21);而這自由乃是從主的靈而來的( 林後3:17)
出現次數:總共(11);羅(1);林前(1);林後(1);加(4);雅(2);彼前(1);彼後(1)
譯字彙編
1) 自由(10) 羅8:21; 林前10:29; 林後3:17; 加2:4; 加5:1; 加5:13; 加5:13; 雅1:25; 彼前2:16; 彼後2:19;
2) 自由的(1) 雅2:12