Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀφθονία

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ἀφθονία Medium diacritics: ἀφθονία Low diacritics: αφθονία Capitals: ΑΦΘΟΝΙΑ
Transliteration A: aphthonía Transliteration B: aphthonia Transliteration C: afthonia Beta Code: a)fqoni/a

English (LSJ)

ἡ,

   A freedom from envy or grudging, liberality, πᾶσαν προθυμίαν καὶ ἀφθονίαν εἴχομεν ἀλλήλους διδάσκειν Pl.Prt.327b.    II of things, plenty, abundance, Pi.N.3.9; τῶν ὠφελούντων Pl.Ap.24e, cf. 23c; κακῶν Men.589; ἀφθονίας οὔσης ὀργίζεσθαι abundance of matter for... Lys.12.2; ἀ. ἦν καταπίνειν Telecl.1.10; τοσαύτην ἀ. κατηγοριῶν D.21.102; εἰς ἀ. in abundance, X.An.7.1.33; opp. ἀφορία, Id.Smp.4.55: pl., καρπῶν ἀφθονίησι Emp.78.    III = κακία, Hsch.

German (Pape)

[Seite 410] ἡ, Neidlosigkeit, Bereitwilligkeit, καὶ προθυμία Plat. Prot. 327 b. Gew Ueberfluß, reichlicher Vorrath, Pind. N. 3, 9; Plat. Apol. 23 c u. öfter; ἀφθονίαν ἔχειν τινός, dem σπανίζειν entgegengesetzt, Xen. Cyr. 8, 6, 23; εἰς ἀφθονίαν, reichlich, An. 7, 1, 33.

Greek (Liddell-Scott)

ἀφθονία: ἡ, ἔλλειψις φθόνου, ἕξις ψυχῆς μὴ φθονούσης, πᾶσαν προθυμίαν καὶ ἀφθονίαν εἴχομεν ἀλλήλους διδάσκειν Πλάτ. Πρωτ. 327Β, πρβλ. Κλήμ. Ἀλ. 474· ὥστ’ ἀφθονία τὴν ἔνθεσιν ἦν... καταπίνειν Τηλεκλείδης ἐν «Ἀμφικτύοσιν» 1. 10. ΙΙ. ἐπὶ πραγμάτων, ἀφθονία, δαψίλεια, Πίνδ. Ν. 3. 14, Πλάτ. Ἀπολ. 23C, 23Ε· ἀφθονίας οὔσης ὀργίζεσθαι, ἄφθονος ὕλη πρός.., Λυσ. 120. 20· τοσαύτην ἀφθονίαν... κατηγοριῶν Δημ. 547. 26· εἰς ἀφθονίαν, ἀφθόνως, δαψιλῶς, Ξεν. Ἀν. 7. 1, 33· ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἀφορία, ὁ αὐτ. Συμπ. 4. 55.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 absence d’envie;
2 état dans lequel on n’a rien à envier ; abondance ; ἀφθονίαν ἔχειν τινῶν XÉN avoir certaines choses en abondance ; εἰς ἀφθονίαν XÉN en abondance.
Étymologie: ἄφθονος.

English (Slater)

ἀφθονία
   1 abundance (ἀοιδάν)· τᾶς ἀφθονίαν ὄπαζε μήτιος ἁμᾶς ἄπο (N. 3.9)

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): jón. -ίη Emp.B 78, GDRK 60
I 1abundancia, gran númeroεἰς ἀφθονίαν ... σιτία καὶ ποτά comida y bebida en abundancia X.An.7.1.33, op. ἀπορία Isoc.12.90, cf. GDRK l.c., gener. c. gen. μήτιος Pi.N.3.9, καρπῶν Emp.l.c., ἀνθρώπων Pl.Ap.23c, τῶν ὠφελούντων Pl.Ap.24e, δίκης Pl.Lg.713e, καρποῦ μὲν ἀφθονίαν, φρενῶν δὲ ἀφορίαν X.Smp.4.55, ἱερείων X.Cyr.1.4.17, ἀφθονίαν ... συνεξαμαρτάνειν βουλομένων Isoc.15.224, κακῶν Men.Fr.623.3, κατηγοριῶν D.21.102, cf. 8.67, 20.26, ναυτῶν Arist.Pol.1327b12, σίτου Plb.2.15.1, παραδειγμάτων Plu.2.768b, τροφῶν D.C.60.11.1.
2 generosidad, esplendidez πᾶσι τοῖς φίλοις ... ἐπιδεικνύω ἀφθονίαν X.Smp.4.43, δι' ἀφθονίας καὶ ἀζηλίας Clem.Al.Strom.2.18.87
c. inf. gran posibilidad o disposición προθυμίαν καὶ ἀφθονίαν εἴχομεν ἀλλήλους διδάσκειν Pl.Prt.327b, ἀφθονίας οὔσης ... ὀργίζεσθαι Lys.12.2, ἀφθονία ἦν ... καταπίνειν Telecl.1.10.
II ingenuidad, falta de malicia εὑροῦσα ... αἰπολικὴν ἀφθονίαν al encontrar una rústica ingenuidad de Dafnis, Longus 3.18.3, cf. Hsch.

Greek Monolingual

η (AM ἀφθονία) άφθονος
πλήθος, περίσσεια, υπερεπάρκεια
αρχ.
1. (κυρίως για προϊόντα) άφθονη παραγωγή, σε αντίθεση με την αφορία
2. το να μην αισθάνεται κανείς φθόνο για κάποιον ή κάτι.

Greek Monotonic

ἀφθονία: ἡ,
I. ελευθερία από φθόνο ή τσιγγουνιά, ετοιμότητα, σε Πλάτ.
II. λέγεται για πράγματα, αφθονία, πληθώρα, πλούτος, σε Πίνδ., Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἀφθονία:
1) отсутствие зависти, готовность служить, благожелательность (προθυμία καὶ ἀ. Plat.);
2) изобилие, множество, полнота (τᾶς ἀοιδᾶς Pind.; τῶν ὠφελούντων Plat.): εἰς ἀφθονίαν Xen. в изобилии; πολλῆς ἀφθονίας οὔσης ὀργίζεσθαι Lys. ввиду множества поводов к негодованию.

Middle Liddell

[From φθονέω
I. freedom from envy or grudging, readiness, Plat.
II. of things, plenty, abundance, Pind., Plat.

Chinese

原文音譯:¢diafqor⋯a 阿-笛阿-弗拖里阿
詞類次數:名詞(1)
原文字根:不-經過-敗壞
字義溯源:不腐朽,純正,正直,直;由(α / ἄλφα)= (ἄνευ)*=不)與(διαφθείρω)=全然敗壞)組成,而 (διαφθείρω)又由(διά)*=經過)與(φθείρω)*=毀壞)組成。註:正直;和合本原文採用 (ἀφθορία) 欽定本原文則用 (ἀφθονία / ἀφθορία / ἀδιαφθορία);兩者字義均為正直。這字僅在( 多2:7)使用一次
出現次數:總共(1);多(1)
譯字彙編
1) 直(1) 多2:7