Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περιφάνεια

Δῶς μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινάσω -> Give me a place to stand on, and I will move the Earth.
Archimedes
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: περιφάνεια Medium diacritics: περιφάνεια Low diacritics: περιφάνεια Capitals: ΠΕΡΙΦΑΝΕΙΑ
Transliteration A: peripháneia Transliteration B: periphaneia Transliteration C: perifaneia Beta Code: perifa/neia

English (LSJ)

[φᾰ], ἡ, A conspicuousness, πολλὴ π. τῆς χώρης ἐστί it is thoroughly known, Hdt.4.24; τοσαύτη π. τοῦ πράγματός ἐστι D.45.2, cf. Is.7.28; διὰ τὴν π. τῶν ἀδικημάτων D.29.1; ἐκ π. ὁρᾶσθαι on every side, D.H.Comp.22,23; celebrity, distinction, Jul.Or.3.108d. II = ἐπιφάνεια ΙΙ, superficial appearance, Plu.2.674a.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 598] ἡ, das helle, deutliche Erscheinen eines Gegenstandes, der von allen Seiten her im Lichte ist, Plut.; übertr., Deutlichkeit, bestimmte Kenntniß, χώρης, Her. 4, 24; τοσαύτη περιφάνεια τῆς ἐμῆς ποιήσεως ἐγένετο παρ' αὐτοῖς, Isae. 7, 28; ἀδικημάτων, Dem. 29, 1.

Greek (Liddell-Scott)

περιφάνεια: [φᾰ], ἡ, τὸ πανταχόθεν φαίνεσθαι, σαφήνεια, μέχρι μέν νυν... τούτων πολὺ περιφάνεια τῆς χώρης ἐστί, ἡ χώρα εἶναι πολὺ γνωστή, Ἡρόδ. 4. 24· π. τοσαύτη τοῦ πράγματός ἐστι Δημ. 1102. 2, πρβλ. Ἰσαῖ. 66. 17· διὰ τὴν π. τῶν ἀδικημάτων Δημ. 844. 4· ἐκ π. ὁρᾶσθαι, ἐντελῶς, Διον. Ἁλ. π. Συντ. 22 ἐν ἀρχ., 23 ἐν ἀρχ. ΙΙ. = ἐπιφάνεια ΙΙ, τὸ ἐξωτερικῶς καὶ ἐξ ἐπιπολῆς φαινόμενον, Πλούτ. 2. 674Α· ἐπιφάνεια ἐξωτερική, Εὐστ. Πονημάτ. 97. 25.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 connaissance parfaite (d’un pays, d’une affaire);
2 apparence superficielle.
Étymologie: περιφανής.

Greek Monolingual

ἡ, ΜΑ περιφανής
1. το να φαίνεται κάτι καθαρά από παντού, από όλες τις μεριές
2. αίγλη, επισημότητα (α. «πλοῦτον... περιφάνειαν βίου» β. «δυναστεία καὶ περιφάνεια», Μέγ. Βασ.)
αρχ.
1. σαφής, διαδεδομένη γνώση («πολλὴ περιφάνεια τῆς χώρης ἐστί» — η χώρα είναι πολύ γνωστή, Ηρόδ.)
2. κακή φήμη κάποιου
3. φρ. «ἐκ περιφανείας ὁράσθαι» — το να φαίνεται κάτι απ' όλες τις μεριές, το να είναι ολοφάνερο.

Greek Monotonic

περιφάνεια: [φᾰ], ἡ, δυνατότητα εμφάνισης από παντού, σαφήνεια, διασημότητα, πολλὴ περιφάνεια τῆς χώρης ἐστί, είναι παντού, είναι εντελώς γνωστό, σε Ηρόδ.· διὰ τὴν περιφάνειαν τῶν ἀδικημάτων, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

περιφάνεια: (φᾰ) ἡ
1) блеск, сверкание (sc. τοῦ χαλκοῦ Plut.);
2) ясное представление, хорошее знание (τῆς χώρης Her.; τοῦ πράγματος Dem.).

Middle Liddell

περιφᾰ́νεια, ἡ,
a being seen all round: conspicuousness, notoriety, πολλὴ π. τῆς χώρης ἐστί it is thoroughly known, Hdt.; διὰ τὴν π. τῶν ἀδικημάτων Dem. [from περιφᾰνής]

English (Woodhouse)

περιφάνεια = notoriety, conspiciousness

⇢ Look up "περιφάνεια" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)