Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πῶ

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: πω Medium diacritics: πῶ Low diacritics: πω Capitals: ΠΩ
Transliteration A: pō̂ Transliteration B: Transliteration C: po Beta Code: pw=

English (LSJ)

Adv., Dor. for ποῦ;

   A where? Hsch.; for πόθεν; Sophr.125, A.Ag.1507(lyr.), Orph.Fr.32(b).3, cf. A.D.Adv.185.15, EM773.19.    II πῶ μάλα; or πώμαλα; where in the world? how in the name of fortune? or, without a question,= οὐδαμῶς, not a whit, Pherecr.9, Ar.Pl.66, Fr.346, Lys.Fr.254 S., D.19.51.πῶπῶ,

   A = πῖνε, drink! Alc.54A: Cypr. πῶθι, Inscr.Cypr.144 H.

German (Pape)

[Seite 826] abgekürzt statt πῶθι, trink! E. M. als Fragewort, wo? Aesch. Ag. 1488, u. Prom. 577, v. l., vgl. Herm. elem. metr. p, 273.

Greek (Liddell-Scott)

πῶ: Ἐπίρρ. Δωρικ. ἀντὶ ποῦ; Α. Β. 604, Ἡσύχ.· ἢ μᾶλλον ἀντὶ πόθεν; Ἐτυμ. Μέγ. 773. 19· - εὕρηται ἐν τοῖς Ἀντιγράφοις τοῦ Αἰσχύλ. ἐν Ἀγ. 1507. ΙΙ. πῶ μάλα; ἢ πώμαλα; ποῦ ἐπὶ τέλους; πῶς τέλος; ἢ ἄνευ ἐρωτήσεως, = οὐδαμῶς, οὐδόλως, διόλου, Φερεκρ. ἐν «Ἀγρίοις» 9, Πλοῦτος: ὦ τᾶν, ἀπαλλάχθητον, ἀπ’ ἐμοῦ, - χορὸς: πώμαλα Ἀριστοφ. Πλ. 66, Ἀποσπάσ. 126, Λυσίας παρὰ Σουΐδ. ἐν λ., Δημ. 357. 2.

Greek (Liddell-Scott)

πῶ: συντετμημένον ἀντὶ πῶθι, πῖθι, πίε, κατὰ τὴν Αἰολ. διάλεκτ., «ἔστι δὲ καὶ ῥῆμα (πῶ) παρ’ Αἰολεῦσιν· οἷον, Χαῖρε καὶ πῶ· ὅπερ λέγεται ἐν ἑτέρῳ σύμπωθι» Μεγ. Ἐτυμολ. 698, 51 ἐκ ποιητοῦ τινος.

Greek Monotonic

πῶ: επίρρ., Δωρ. αντί ποῦ;
I. πού; σε Αισχύλ.
II. πῶ μάλα; ή πώμαλα; πώς επιτέλους; ουδόλως, σε Αριστοφ., Δημ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πῶ [ποῦ] Dor. interrog. adv., hoezo?; Aeschl. Ag. 1507; πῶ μαλα of πώμαλα waar in 's hemelsnaam? hoe in vredesnaam?; als antwoord echt niet, absoluut niet.
πῶ Aeol. imperat. van πώνω.

Russian (Dvoretsky)

πῶ: дор. adv. = ποῦ; πῶ μάλα; Arph. v. l. = πώμαλα.

Middle Liddell

[Sicil. doric for ποῦ]
I. where? Aesch.
II. πῶ μάλα; or πώμαλα; where in the world? how in the name of fortune? i. e. not a whit, Ar., Dem.