Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τμητικός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: τμητικός Medium diacritics: τμητικός Low diacritics: τμητικός Capitals: ΤΜΗΤΙΚΟΣ
Transliteration A: tmētikós Transliteration B: tmētikos Transliteration C: tmitikos Beta Code: tmhtiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A able to cut, cutting, κίσηρις Thphr.Lap.22; -ώτατος Pl.Ti.56a, Sor.1.80; τὸ τ. Arist. Metaph.1020b29. Adv. -κῶς, gloss on τμήδην, Sch.D Il.7.262.    2 cutting, piercing, of cold, Thphr.CP5.13.7; biting, pungent, of smell, μύρα Id.Od.60(62); πνεῦμα δριμὺ καὶ τ. Plu.2.697b.    b solvent, τὰ δριμέα . . ἐστὶν τ. καὶ λεπτυντικά Sor.1.46, cf. Gal.6.266 (Sup.), 11.41 (Comp.), al.; ῥάφανος τ. χυμῶν Alex.Aphr.Pr.1.42.    3 metaph., concise, trenchant, λόγος Hermog.Id.2.1; τ. βραχυλογίᾳ D.H.Dem.58. Adv. -κῶς, λέγεσθαι κατὰ τὸ μῆκος Hermog. l. c.

German (Pape)

[Seite 1123] schneidend, zerschneidend, trennend, τμητικώτατον Plat. Tim. 56 a; durchdringend, πνεῦμα δριμὺ καὶ τμητικὸν ἡ συκῆ ἀφίησιν, Plut. Symp. 6, 10.

Greek (Liddell-Scott)

τμητικός: -ή, -όν, ἱκανὸς ἢ ἐπιτήδειος πρὸς τμῆσιν, κοπτερός, τμητικώτατος Πλάτ. Τίμ. 56Α· τὸ τμητικόν, ἴδε τμητὸς 2· ― Ἐπίρρ. -κῶς, εἰς ἑρμηνείαν τοῦ τμήδην, Σχόλ. ἐλάσσ. εἰς Ἰλ. Η. 262. 2) κοπτερός, διαπεραστικός, ἐπὶ ψύχους, Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 5, 13, 7· αὐστηρός, δριμύς, ἐπὶ ὀσμῆς, μύρα ὁ αὐτ. περὶ Ὀσμ. 62· πνεῦμα δριμὺ καὶ τμ. Πλούτ. 2. 697Β. 3) μεταφορ., ὀξύς, γοργός, λόγος Ἑρμογ., πρβλ. Διον. Ἁλ. περὶ Δημ. 58.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
coupant, pénétrant.
Étymologie: τέμνω.

Greek Monolingual

-ή, -ό / τμητικός, -ή, -όν, ΝΑ
νεοελλ.
το ουδ. ως ουσ. το τμητικό
(ρητ.) ρητορικό σχήμα κατά το οποίο ο λόγος διακόπτεται και μεταβαίνει από πρόσωπο σε πρόσωπο ή από πράγμα σε πράγμα
αρχ.
1. ο κατάλληλος για τμήση
2. (για ψύχος ή οσμή) διαπεραστικός
3. διαλυτικός
4. μτφ. (για λόγο) περιεκτικός
5. το ουδ. ως ουσ. η καταλληλότητα για τμήση.
επίρρ...
τμητικῶς Α
1. κατά τρόπο ώστε να κόψει
2. μτφ. (σχετικά με λόγο) περιεκτικά, βραχυλογικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. τμη- του τέμνω (βλ. λ. τμή-γω) + κατάλ. -τικός (πρβλ. συγκριτικός)].

Russian (Dvoretsky)

τμητικός:
1) режущий, острый (σίδηρος Plut.; σῶμα Plat.);
2) резкий (πνεῦμα Plut.).