Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φονεύς

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: φονεύς Medium diacritics: φονεύς Low diacritics: φονεύς Capitals: ΦΟΝΕΥΣ
Transliteration A: phoneús Transliteration B: phoneus Transliteration C: foneys Beta Code: foneu/s

English (LSJ)

ὁ, gen. έως, Ep. ῆος Il.9.632; acc. φονέα (in first foot of trim.) S.OT362,721; in E. φονέᾰ, Hec.882: nom.pl.

   A φονέες Lesb.Rh.3.8, Att. φονῆς Antipho 4.2.7; acc. φονέας Id.2.3.8, 4.3.1, Lys.12.96, Call. in PSI11.1218a32, etc.; but contr. φονεῖς Plu.2.162e:—slayer, Il. l. c., 18.335, Od.24.434, Hdt.1.45, etc.; δικαιοτάτου δὲ φονῆος Pisand.10; τῷ φονεῖ τἀδελφοῦ τὴν δεξιὰν δέδωκε Arist.Ath.18.6.; αὐτόχειρας καὶ φονέας Isoc.4.111; φονέας αὑτῶν self-murderers, Lys. l. c.; τοσούτῳ μᾶλλον φονεύς ἐστιν is so much more justly accounted a murderer, Antipho 4.3.3; οὐχὶ τὴν ἐμὴν φονέα νομίζων χεῖρα E.IT586; ἀκουσίως τινὸς φ. γενέσθαι Pl.R.451a; of the sword on which Ajax had thrown himself, S.Aj.1026: as fem., μητέρα φονέα οὖσαν Antipho 1.3 (ὁ φ., even of a woman, ib.20).    2 σοῦ φονέως μεμνημένος you, my destroyer, S.OC1361.    3 metaph., τῆς ὑμετέρας εὐσεβείας φονῆς Antipho 4.2.7.

German (Pape)

[Seite 1298] ὁ, der Mörder, Todtschläger; Il. 18, 335 Od. 24, 434; Her. 1, 45; Soph. O. R. 362 u. öfter, wie die andern Tragg.; in Prosa, z. B. Plat. Rep. V, 451 a; auch fem., τὴν μητέρα φονέα οὖσαν Antiph. 1, 3, vgl. 20. – [Im acc. φονέα hat Eur. α kurz gebraucht, s. Pors. Eur. Hec. 876 und Mein. Men. p. 387.]

Greek (Liddell-Scott)

φονεύς: ὁ, γεν. έως, Ἐπικ. ῆος· αἰτ. φονέᾱ (πιθ. ὡς ἴαμβος), Σοφ. Ο. Τ. 362, 721, κλπ.· ἀλλὰ παρ’ Εὐρ. καὶ φονέᾰ, Πόρσ. εἰς Εὐρ. Ἑκάβ. 876· ὀνομ. πληθ. φονέες Λεσβῶναξ 173. 37, συνῃρ. φονεῖς Ἀντιφῶν 126. 36· αἰτ. φονέας ὁ αὐτ. 118. 36., 127. 16, Λυσίας, κλπ.· ἀλλὰ συνῃρ. φονεῖς Πλούτ. 2. 162Ε· (*φένω) ― «φονιᾶς», ἀνθρωποκτόνος, Ἰλ. Ι. 632, Σ. 335, Ὀδ. Ω. 434, Ἡρόδ. 1. 45, καὶ Ἀττ.· αὐτόχειρας καὶ φονέας Ἰσοκρ. 64Α· φονέας αὑτῶν Λυσί. 129, 13· μᾶλλον φονεὺς εἶναι, δικαιότερον νὰ νομίζηται ὡς ὁ φονεύς, Ἀντιφῶν 127. 28· ἀκουσίως τινὸς φ. γενέσθαι Πλουτ. Πολ. 451Α· ― τὸ ξίφος ἐφ’ ὃ ὁ Αἴας ἔρριψεν ἑαυτόν, Σοφ. Αἴ. 1026· ― ὡσαύτως ὡς θηλ., τὴν ἐμὴν φονέα Εὐρ. Ι. Τ. 585· μητέρα φονέα οὖσαν Ἀντιφῶν 111. 45. (οὕτω καὶ ὁ φονεύς, ἐπὶ γυναικός, ὁ αὐτ. 113. 29)· φονέα χεῖρα, φονικὴν χεῖρα, Εὐρ. Ι. Τ. 586. 2) σοῦ φονέως μεμνημένος, τοῦ καταστροφέως μου, Σοφ. Ο. Κ. 1361. 3) μεταφορ., φονεῖς εὐσεβείας Ἀντιφῶν 126. 35.

French (Bailly abrégé)

έως;
1 adj. m. et f. meurtrier, meurtrière;
2 subst. homme ou femme qui commet un meurtre, meurtrier, homicide.
Étymologie: R. Φεν, tuer > πεφνεῖν ; cf. φόνος.

English (Autenrieth)

ῆος: slayer, murderer, homicide.

English (Strong)

from φόνος; a murderer (always of criminal (or at least intentional) homicide; which ἀνθρωποκτόνος does not necessarily imply; while σικάριος is a special term for a public bandit): murderer.

English (Thayer)

φονεως, ὁ (φόνος), from Homer down, a murderer, a homicide: ἀνήρ φονεύς (cf. ἀνήρ, 3), SYNONYMS: φονεύς any murderer — the genus of which σικάριος the assassin is a species; while ἀνθρωποκτόνος (which see) has in the N. T. a special emphasis. Trench, § lxxxiii.]

Greek Monolingual

-έως, ο, ΝΜΑ
(λόγιος τ.) βλ. φονιάς.

Greek Monotonic

φονεύς: ὁ, γεν. -έως, Επικ. -ῆος, αιτ. φονέᾱ ή φονέᾰ· ονομ. πληθ. φονέες, συνηρ. φονεῖς· αιτ. φονέας, συνηρ. φονεῖς· (*φένωδολοφόνος, δήμιος, ανθρωποκτόνος, σε Όμηρ., Ηρόδ., Αττ.· λέγεται για το ξίφος πάνω στο οποίο ο Αίας έριξε τον εαυτό του, σε Σοφ.· επίσης ως θηλ., η δολοφόνος, σε Ευρ.· ως επίθ. φονέα χεῖρα, δολοφονικό χέρι, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

φονεύς: έως adj. убийственный, губительный (κνώδων Soph.; χείρ Eur.).
έως ὁ, ἡ убийца Hom., Her., Soph., Eur., Isocr. etc.: φ. αὑτοῦ Lys. самоубийца.

Middle Liddell

φονεύς, έως, ὁ, [*φένω
a murderer, slayer, homicide, Hom., Hdt., attic; of the sword on which Ajax had thrown himself, Soph.:—also as fem., a murderess, Eur.; as adj., φονέα χεῖρα murdering hand, Eur.

Chinese

原文音譯:foneÚj 賀扭士
詞類次數:名詞(7)
原文字根:謀殺(者)
字義溯源:謀殺犯,殺人者,殺人的,殺人,兇殺,兇手;源自(φόνος)=謀殺),而 (φόνος)出自(φαιλόνης / φελόνης)X*=殺)
同源字:1) (ἀνδροφόνος)謀殺犯 2) (φονεύς)謀殺犯 3) (φονεύω)謀殺 4) (φόνος)謀殺
出現次數:總共(7);太(1);徒(3);彼前(1);啓(2)
譯字彙編
1) 兇手(3) 太22:7; 徒7:52; 徒28:4;
2) 殺人的(2) 啓21:8; 啓22:15;
3) 一個兇殺(1) 徒3:14;
4) 殺人(1) 彼前4:15