Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνελευθερία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀνελευθερία Medium diacritics: ἀνελευθερία Low diacritics: ανελευθερία Capitals: ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Transliteration A: aneleuthería Transliteration B: aneleutheria Transliteration C: aneleftheria Beta Code: a)neleuqeri/a

English (LSJ)

ἡ, A illiberality of mind, servility, joined with κολακεία, Pl.Smp.183b, R.590b, etc. 2 esp. in money matters, stinginess, X.Cyr.8.4.32, Arist.EN1107b10, 1121b13, etc.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 221] ἡ, unfreies Wesen, Denk- und Handlungsweise, die eines freien Mannes unwürdig ist, mit κολακεία vrbdn, Plat. Rep. IX, 590 b Conv. 183 b; der ὑπερηφανία entgegengesetzt, knechtische Gesinnung, Critia 112 c. Bei Arist. Eth. Nic. 2, 7 u. a., der ἐλευθεριότης entgegengesetzt, bedeutet es kleinliche Sparsamkeit, Filzigkeit, so auch Plut.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνελευθερία: ἡ, ἔλλειψις ἐλευθέρου φρονήματος, μικροπρέπεια· ἐν συνδυασμῷ μετὰ τῆς κολακείας, τῶν μὲν ὀνειδιζόντων κολακείας καὶ ἀνελευθερίας Πλάτ. Συμπ. 183Β, Πολ. 590Β, κτλ. 2) ἰδίως ἐν χρηματικαῖς ὑποθέσεσιν, ἔλλειψις ἐλευθεριότητος, φιλαργυρία, φειδωλία, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 2. 7, 4., 4. 1, 37 κἑξ. Μεταξὺ τῶν χαρακτήρων τοῦ Θεοφρ. εἶναι καὶ εἷς περὶ ἀνελευθερίας, κεφ. ΚΒϳ, σ. 116, ἔκδ. Κοραῆ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 sentiments indignes d’un homme libre, bassesse, grossièreté;
2 parcimonie, avarice.
Étymologie: ἀνελεύθερος.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ
1 condición propia de un esclavo, carácter servil εὔλογον οὖν (τοὺς παῖδας) ἀπολαύειν ἀπὸ τῶν ἀκουσμάτων καὶ τῶν ὁραμάτων ἀνελευθερίαν es lógico que (los niños) adquieran un carácter servil por lo que oyen y ven Arist.Pol.1336b3
mezquindad, servilismo ἀνελευθερίαν ὑπὸ πλήθους ἐπαινουμένην ὡς ἀρετήν Pl.Phdr.256e, κολακεία δὲ καὶ ἀνελευθερία Pl.R.590b, cf. Smp.183b, Criti.112c, Arist.Rh.1361a8
ruindad μικρολογία καὶ ἀνελευθερία Plu.2.137c
vileza, villanía, bajeza ἔχειν ἐν αὑτῷ ... ἀνελευθερίαν μετὰ φιλοχρηματίας en él (Aquiles) se reunía... la bajeza con la avaricia Pl.R.391c, δουλείας τε καὶ ἀνελευθερίας γέμειν τὴν ψυχήν Pl.R.577d, cf. 400b, 486a, Plu.2.50c.
2 ref. a aspectos económicos falta de liberalidad, tacañería, ruindad como un mal que trae la pobreza, Pl.R.422a, cf. 560d, Lg.843d, ἀσωτία καὶ ἀ. Arist.EN 1107b10, cf. 1121b13, ἀνελευθερία καὶ δυσελπιστία Teles p.35.10, μὴ κατ' ἀξίαν τῆς οὐσίας φαίνεσθαι ... ἀνελευθερίαν ἔμοιγε δοκεῖν περιάπτειν X.Cyr.8.4.32, (πλοῦτον) ἀ. δὲ φυλάττει Bio Bor.38A.

Greek Monolingual

η (AM ἀνελευθερία)
έλλειψη ελευθερίας·

Greek Monotonic

ἀνελευθερία: ἡ, έλλειψη ελεύθερου φρονήματος, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἀνελευθερία:
1) низменный образ мыслей, неблагородство, низость Plat., Arst., Plut.;
2) жадность, корыстолюбие, скряжничество Xen., Arst.

Middle Liddell

[from ἀνελεύθερος.]
illiberality, Plat.

English (Woodhouse)

ἀνελευθερία = baseness

⇢ Look up "ἀνελευθερία" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)