Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἱππότης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἱππότης Medium diacritics: ἱππότης Low diacritics: ιππότης Capitals: ΙΠΠΟΤΗΣ
Transliteration A: hippótēs Transliteration B: hippotēs Transliteration C: ippotis Beta Code: i(ppo/ths

English (LSJ)

(A), ου, ὁ,

   A driver or rider of horses, horseman, knight, Hdt. 7.55,9.49,69; in Hom. always in Ep. nom. ἱππότᾰ, as Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ Il.2.336, etc.; ἱππότης Κολωνός S.OC59; ἱππότης on horseback, Luc.Tox.47; τοὶ ἱππότη, Boeot. for οἱ ἱππεῖς, IG7.3087 (Lebad.), cf. Ascl.Tact.10.2.    II Adj., ἱππόται λαοί Pi.P.4.153; ἱ. λεώς the horse, A.Th.80 (lyr.); λεὼν ἄνιππον ἱ. τε S.OC899; ἱ. ὄχλος E.Supp.660; στρατός Plu.Aem.9.—Never used in correct Att. Prose.
ἱππότης (B), ητος, ἡ,

   A horse-nature, the concept of horse, Antisth. et Pl. ap. Simp.in Cat.208.30,32, Sch.AristId.p.167F.

German (Pape)

[Seite 1261] ητος, ἡ, der Begriff des Pferdes, Schol. Aristid. ὁ, der Rosse-od. Wagenlenker, der Ritter, der Reisige; Hom. braucht nur den nom. in der ep. Form ἱππότα, und nennt so den Peleus, Il. 14, 117, den Phyleus, 2, 628, und gewöhnlich den Nestor, 2, 336 Od. oft; λαοί Pind. P. 4, 153; λεὼς ἱππότας Aesch. Spt. 80; Ggstz ἄνιππος, Soph. O. C. 903, der auch Κολωνός so nennt, ibd. 59; Eur. Hec. 70 u. sp. D.; auch Her. 9, 49. 69; Xen. Cyr. 8, 8, 20; Plut., z. B. Aem. P. 9.

Greek (Liddell-Scott)

ἱππότης: -ου, ὁ, ὁ ἐλαύνων ἢ ἱππεύων ἵππους, ἔμπειρος τῆς ἱππευτικῆς, ἱππεύς, ἱππότης, Λατ. eques, Ἡρόδ. 7. 55., 9. 49, 60· ὁ Ὅμ. ἀείποτε μεταχειρίζεται τὸν Ἐπικ. τύπον ἱππότᾰ, ὡς ἐπίθ. τῶν ἡρώων (πρβλ. ἱππεύς). Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ· οὕτω καὶ Οἰνεύς, Πηλεύς, Φυλεύς, Τυδεύς· βραδύτερον καὶ ἐπὶ τοῦ Κολωνοῦ, τόνδ’ ἱππότην Κολωνὸν Σοφ. Ο. Κ. (πρβλ. ἵππιοςἱππότης, ἔφιππος, Λουκ. Τόξ. 47· - τοὶ ἱππότη Βοιωτ. ἀντὶ οἱ ἱππεῖς, Συλλ. Ἐπιγρ. 1588. ΙΙ. ὡς ἐπίθ., ἱππόται λαοὶ Πινδ. Π. 4. 271· ἱππότης λεώς, οἱ ἱππεῖς, τὸ ἱππικὸν, Αἰσχύλ. Θήβ. 80· λεὼν ἄνιππον ἱππότην τε σοφ. Ο. Κ. 899· ἱππ. ὄχλος εὐρ. Ἱκέτ. 660· στρατὸς Πλουτ. Αἰμ. 9. - Ποιητ. λέξ., ἐν χρήσει καὶ παρ’ Ἡροδ.· ἀλλ’ ἐν τῷ δοκίμῳ Ἀττικῷ λόγῳ ἀείποτε ἱππεὺς ἢ ἱππικός.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
I. subst. 1 conducteur de chevaux attelés, càd de chars;
2 cavalier;
II. adj. ἱππότης λεώς ESCHL les cavaliers ; ἱππότης στρατός PLUT armée de cavaliers.
Étymologie: ἵππος.

Greek Monolingual

(I)
ο (ΑΜ ἱππότης, Α επικ. τ. ίππότα, θηλ. ἱππότις, -ιδος)
νεοελλ.
1. αυτός που έχει τιμηθεί με το παράσημο κάποιου τάγματος («ιππότης του Σωτήρος»)
2. άνθρωπος ευγενικός, έντιμος και αξιοπρεπής
νεοελλ.-μσν.
(κατά τον μεσαίωνα) ευγενής, ευπατρίδης
μσν.-αρχ.
1. αυτός που οδηγεί ή ιππεύει άλογα, έμπειρος της ιππευτικής, ιππέας («οἵ τε ἱππόται καὶ οἱ τὰς λόγχας κάτω τράποντες», Ηρόδ.)
2. ως επίθ. ιππικόςἱππότης στρατός» — το ιππικό, Πλούτ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἵππος. Η αρχική σημασία της λ. ἱππότης ήταν «οδηγός άρματος» ή «αυτός που αφορά στους ίππους». Με τη σημασία «ευγενής, μέλος τάγματος ευγενών» η λ. πρέπει να είναι απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. chevalier < λατ. caballarius].
(II)
η (Α ἱππότης, -ητος) ίππος
(φιλοσ.) γενική έννοια που προσδιορίζει την ίππεια φύση και περιέχει τα βασικά και σταθερά γνωρίσματα του ίππου ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητες του ενός ή του άλλου συγκεκριμένου ίππου.

Greek Monotonic

ἱππότης: -ου, ὁ, Επικ. ἱππότᾰ, ὁ (ἵππος
I. οδηγός ή ιππέας αλόγων, αναβάτης, Λατ. eques, σε Όμηρ., Ηρόδ. κ.λπ.
II. ως επίθ., ἱππότης λεώς, ιππείς, ιππικό, σε Αισχύλ., Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἱππότης:
I эп. ἱππότα, дор. ἱππότας, ου ὁ
1) управляющий конями, лихой ездок (Τυδεύς, Νέστωρ Hom.; Κολωνός Soph.);
2) всадник, наездник: οἱ τῶν Θηβαίων ἱππόται Her. фиванская конница.
ου [adj. m к ἱππότης I] конный (λαοί Pind.; λεώς Aesch., Soph.; στρατός Plut.).

Middle Liddell

ἱππότης, ου, ἵππος
I. a driver or rider of horses, a horseman, knight, Lat. eques, Hom., Hdt., etc.
II. as adj., ἱππότης λεώς the horse, the horsemen, Aesch., Soph.