Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὁμαίμων

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ὁμαίμων Medium diacritics: ὁμαίμων Low diacritics: ομαίμων Capitals: ΟΜΑΙΜΩΝ
Transliteration A: homaímōn Transliteration B: homaimōn Transliteration C: omaimon Beta Code: o(mai/mwn

English (LSJ)

ον, gen. ονος,

   A = ὅμαιμος, Hdt.5.49, A. Th.415 : metaph., ἁρπαγαὶ δὲ διαδρομᾶν ὁμαίμονες near akin to . ., ib.351(lyr.) : Comp. ὁμαιμονέστερος more near akin, S.Ant.486.    2 as Subst., brother or sister, Id.Aj.1312, OC1275.    3 Ζεὺς ὁ., = ὁμόγνιος 11, A.Supp.402 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 328] ον, = ὅμαιμος; Her. 2, 49; Aesch. Spt. 333 Suppl. 397; Soph. Ai. 1291 O. C. 1277; Eur. Or. 683 I. T. 1402; den compar. ὁμαιμονέστερος hat Soph. Ant. 486, εἴτ' ἀδελφῆς εἴθ' ὁμαιμονεστέρα τοῦ παντὸς ἡμῖν Ζηνὸς ἑρκείου κυρεῖ.

Greek (Liddell-Scott)

ὁμαίμων: -ον, γενικ. -ονος, = ὅμαιμος, Ἡρόδ. 5. 49, Αἰσχύλ. Θήβ. 415· μεταφορ., ἁρπαγαὶ δὲ διαδρομᾶν ὁμαίμονες, συγγενεῖς, ὅμοιαι πολὺ πρὸς …, αὐτόθι 351· - συγκρ. ὁμαιμονέστερος, πλησιέστερος συγγενὴς ἐξ αἵματος, Σοφ. Ἀντ. 486. 2) ὡς οὐσιαστ., ἀδελφὸς ἢ ἀδελφή, ὁ αὐτ. ἐν Αἴ. 1312, Ο. Κ. 1275. 3) Ζεὺς ὁμ. = ὁμόγνιος (ΙΙ), Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 402· Δίκη ὁμ. ὁ αὐτ. ἐν Θήβ. 415. Πρβλ. σύναιμος.

French (Bailly abrégé)

ων, ον ; gén. ονος;
c. ὅμαιμος;
Cp. ὁμαινονέστερος.
Étymologie: ὁμός, αἷμα.

Greek Monolingual

ὁμαίμων, -ον (Α)
1. ο όμαιμος
2. (το συγκριτ.) ὁμαιμονέστερος, -έρα, -ερον
ο πλησιέστερος εξ αίματος συγγενής («ἀλλ εἴτ' ἀδελφῆς, εἰθ' ὁμαιμονεστέρα τοῡ παντὸς ἡμῑν Ζηνὸς ἑρκείου κυρεῑ», Σοφ.)
3. ο όμοιος με συγγενή, συγγενικός («ἁρπαγαὶ δὲ διαδρομᾱν ὁμαίμονες», Αισχύλ.)
4. (το αρσ. και το θηλ. ως ουσ.) , ἡ ὁμαίμων
αδελφός, αδελφή
5. προσωνυμία του Διός ως προστάτη της εξ αίματος συγγένειας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + -αίμων (< αἷμα), πρβλ. πολυ-αίμων].

Greek Monotonic

ὁμαίμων: -ον, γεν. -ονος, = ὅμαιμος, σε Ηρόδ., Αισχύλ.· συγκρ. ὁμαιμο-νέστερος·
1. πλησιέστερος συγγενής, σε Σοφ.
2. ως ουσ., αδελφός ή αδελφή, στον ίδ.
3. = ὁμόγνιος, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

ὁμαίμων: 2, gen. ονος Her., Aesch., Soph. = ὅμαιμος I.

Middle Liddell

ὁμ-αίμων, ονος,
1. = ὅμαιμος, Hdt., Aesch.: — ὁμαιμονέστερος more near akin, Soph.
2. as Subst. a brother or sister, Soph.
3. = ὁμόγνιος (II), Aesch.