Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὁμόγνιος

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Full diacritics: ὁμόγνιος Medium diacritics: ὁμόγνιος Low diacritics: ομόγνιος Capitals: ΟΜΟΓΝΙΟΣ
Transliteration A: homógnios Transliteration B: homognios Transliteration C: omognios Beta Code: o(mo/gnios

English (LSJ)

ον,

   A of the same race, brother or sister, ἣ πατρὸς ὁ. ἐστιν ἐμοῖο A.R.3.1076, cf. 4.743, etc. ; ὁ. πήματα in the family, APl.4.44 : metaph., διὰ τῶν μέσων καὶ οἷον ὁμογνίων εἰδῶν Procl.in Prm.p.521 S.    II θεοὶ ὁ. gods who protect a race or family, S.OC1333, Pl.Lg.729c ; Ζεὺς ὁ. E.Andr.921, Ar.Ra.750, Pl.Lg.881d, etc.

German (Pape)

[Seite 333] zsgzgn aus ὁμογένιος, blutsverwandt; bes. aber von Göttern, die Blutsverwandtschaft schützend, Schutzgötter des Stammes, der Familie; Ζεὺς ὁμ., Eur. Andr. 922; Ar. Ran. 749; Plat. vrbdt Διὸς ὁμογνίου καὶ πατρῴου, Legg. IX, 981 d; θεοί, V, 729 c, wie Soph. O. C. 1335; Ζεύς, Arist. mund. 7 u. sonst; ὁμόγνια πήματα, Ep. ad. 360 (Plan. 44).

Greek (Liddell-Scott)

ὁμόγνιος: -ον, κατὰ συγκοπὴν ἀντὶ ὁμογένιος (ὅπερ δὲν εὑρίσκεται), ἐκ τῆς αὐτῆς γενεᾶς, ἀδελφὸς ἢ ἀδελφή, ἣ πατρὸς ὁμ. ἐστὶν ἐμοῖο Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 1076, πρβλ. Δ. 743, κλ.· ― ὁμ. πήματα, τῆς οἰκογενείας, οἰκογενειακά, Ἀνθ. Πλαν. 44. ΙΙ. ἐπὶ τῶν θεῶν οἰκογενείας τινὸς ἢ γένους, ὁμόγν. θεοί, οἱ προστάται γένους ἢ οἰκογενείας, Λατ. Dii gentilitii, Σοφ. Ο. Κ. 1333, Πλάτ. Νόμ. 729C· Ζεὺς ὁμ. Εὐρ. Ἀνδρ. 921, Ἀριστοφ. Βάτρ. 750. Πλάτ. Νόμ. 881D, κτλ.· πρβλ. Ruhnk εἰς Τίμ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
protecteur de la famille.
Étymologie: ὁμός, γένος.

Greek Monolingual

ὁμόγνιος, -ον (ΑΜ)
ο εξ αίματος συγγενής, αδελφός ή αδελφή
αρχ.
1. όμοιος, συγγενικός («διὰ τῶν μέσων καὶ οἷον ὁμογνίων εἰδῶν», Πρόκλ.)
2. (για θεό) προστάτης του γένους, της οικογένειας («Ζεὺς ὁμόγνιος», Ευρ.)
3. φρ. «ὁμόγνια πήματα» — οικογενειακές συμφορές.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + -γνιος από την μηδενισμένη βαθμίδα γν- της ρίζας γεν- «γεννώ, παράγω», που απαντά και στον ενεστ. γί-γν-ομαι και στο σύνθ. νεο-γν-ός (βλ. και λ. γίνομαι)].

Greek Monotonic

ὁμόγνιος: -ον, συνηρ. αντί ὁμο-γένιος (ὁμός, γένος), αυτός που ανήκει στην ίδια γενιά· ὁμόγνιοι θεοί, θεοί-προστάτες γένους ή οικογένειας, Λατ. Dii gentilitii, σε Σοφ.· Ζεὺς ὁμόγνιος, σε Ευρ., Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ὁμόγνιος:
1) Anth. = ὁμογενής;
2) хранящий род, родовой, семейный (Ζεύς Eur.; θεοί Soph., Plat., Plut.).

Frisk Etymological English

Meaning: of the same ancestry
See also: s. γίγνομαι.

Middle Liddell

ὁμό-γνιος, ον, [contr. for ὁμογένιος ὁμός, γένος
of the same race: ὁμόγν. θεοί gods who protect a race or family, Lat. Dii gentilitii, Soph.; Ζεὺς ὁμ. Eur. Ar.

Frisk Etymology German

ὁμόγνιος: {homógnios}
Meaning: von gleicher Abstammung
See also: s. γίγνομαι.
Page 2,388