Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὁμόσπορος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ὁμόσπορος Medium diacritics: ὁμόσπορος Low diacritics: ομόσπορος Capitals: ΟΜΟΣΠΟΡΟΣ
Transliteration A: homósporos Transliteration B: homosporos Transliteration C: omosporos Beta Code: o(mo/sporos

English (LSJ)

ον,

   A sown together : hence, sprung from the same parents or ancestors, kindred, h.Cer.85, Pi.N.5.43, A.Th.932(lyr.), etc.: as Subst., brother, E.IT611 ; sister, A.Ch.242, S.Tr.212(lyr.), E.IT695, Antiph.18.    II ὁ. γυνή a wife common to two (Laïus and Oedipus), S.OT260 ; also of Oedipus, τοῦ πατρὸς ὁμόσπορος having the same wife with his father, ib.460.

German (Pape)

[Seite 340] zusammengesäet, von denselben Eltern erzeugt, denselben Vorfahren entsprossen; H. h. Cer. 85; ἔθνος, Pind. N. 5, 43; βασιλέοιν δ' ὁμοσπόροιν πέπωκεν αἷμα γαῖα, Aesch. Spt. 802, öfter, wie Ag. 1490 Ch. 240; Eur. Or. 657 u. öfter; Soph. Trach. 211, Schwester. – Aber ἔχων δὲ λέκτρα καὶ γυναῖχ' ὁμόσπορον Soph. O. R. 260 erkl. der Schol. εἰς ἣν ἔσπειρε καὶ ἐκεῖνος καὶ ἐγώ, obwohl diese Erkl. nicht erfordert wird; vgl. τοῦ πατρὸς ὁμόσπορος καὶ φονεύς, 460, der dem Vater gleich Erzeuger ist.

Greek (Liddell-Scott)

ὁμόσπορος: -ον, ὁ ἐκ τῆς αὐτῆς σπορᾶς, ὁ ἐκ τῶν αὐτῶν γονέων ἢ προγόνων καταγόμενος, Ὁμ. Ὕμν. εἰς Δήμ. 85, Πινδ. Ν. 5. 80, καὶ Τραγ.· ὡς οὐσιαστ., ἀδελφός, Αἰσχύλ. Θήβ. 576 (ἔνθα ἴδε Δινδ.), Εὐρ. Ι. Τ. 611· ἀδελφή, Αἰσχύλ. Χο. 242, Σοφ. Τρ. 212,Εὐρ. Ι. Τ. 695, Ἀντιφάνης ἐν «Αἰόλῳ» 1. ΙΙ. ὁμ. γυνή, ἀνήκουσα εἰς δύο ἄνδρας ὡς σύζυγος (εἰς τὸ Λάϊον καὶ τὸν Οἰδίποδα), Σοφ. Ο. Τ. 260· καὶ ἐπὶ τοῦ Οἰδίποδος, τοῦ πατρὸς ὁμόσπορος, ἔχων τὴν αὐτὴν μετὰ τοῦ ἑαυτοῦ πατρὸς γυναῖκα, αὐτόθι 460.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 né du même sang, de même race;
2 au fém. fécondée par un homme du même sang ; incestueuse.
Étymologie: ὁμός, σπείρω.

English (Slater)

ὁμόσπορος
   1 kindred καὶ νῦν τεὸς μάτρως ἀγάλλει κείνου ὁμόσπορον ἔθνος the Aiakidai as kindred of Peleus (N. 5.43)

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ὁμόσπορος, -ον)
αυτός που γεννήθηκε από τους ίδιους γονείς
νεοελλ.
βοτ. (για φυτ. οργανισμό) αυτός που παράγει ενός είδους και όμοια σπόρια
αρχ.
1. (για την Ιοκάστη) κοινή σύζυγος δύο ανδρών
2. (για τον Οιδίποδα) αυτός που έχει την ίδια σύζυγο με άλλον («καὶ τοῡ πατρὸς ὁμόσπορός τε καὶ φονεύς», Σοφ.)
3. (το αρσ. και το θηλ. ως ουσ.) , ἡ ὁμόσπορος
ο αδελφός ή η αδελφή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + -σπορος (< σπόρος < σπείρω), πρβλ. νεό-σπορος. Η λ. με τη νεοελλ. σημ. είναι αντιδάνεια, πρβλ. γαλλ. homospore].

Greek Monotonic

ὁμόσπορος: -ον (σπείρω),·
I. αυτός που έχει σπαρεί από κοινού, αυτός που κατάγεται από την ίδια φυλή, συγγενής, σε Ομηρ. Ύμν., Τραγ.· ως ουσ., αδελφός ή αδελφή, στους Τραγ.
II. ὅμ. γυνή, σύζυγος δύο ανδρών (του Λάιου και του Οιδίποδα), σε Σοφ.· λέγεται για τον Οιδίποδα, τοῦ πατρὸς ὁμόσπορος, αυτός που έχει την ίδια σύζυγο που είχε και ο πατέρας του, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ὁμόσπορος:
1) зачатый общими предками или родителями, т. е. единокровный HH, Pind., Aesch.;
2) вместе оплодотворяемый: ὁ. γυνή Soph. = Ἰοκάστη (как жена Лаия и Эдипа).

Middle Liddell

ὁμό-σπορος, ον, σπείρω
I. sown together: sprung from the same race, kindred, Hhymn., Trag.: as Subst. a brother or a sister, Trag.
II. ὁμ. γυνή a wife common to two (Laius and Oedipus), Soph.; of Oedipus, τοῦ πατρὸς ὁμόσπορος having the same wife with his father, Soph.