Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥᾴθυμος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ῥᾴθῡμος Medium diacritics: ῥᾴθυμος Low diacritics: ράθυμος Capitals: ΡΑΘΥΜΟΣ
Transliteration A: rhā́ithymos Transliteration B: rhathymos Transliteration C: rathymos Beta Code: r(a/|qumos

English (LSJ)

(ῥάθυμος or ῥᾴθυμος), ον,
I. taking things easy, indifferent, lazy, sluggish, Lat. socors, Soph., etc.
II. of things, easy, Lat. securus, Isocr., Plat.:—adv. ῥᾳθύμως = negligently, carelessly, with equanimity, calmly, tranquilly, Plat.
2. adv. also, like ῥᾳδίως, lightly, with equanimity, Plat.; comp. ῥᾳθυμότερον, Isocr.; ῥᾳθυμοτέρως, Arist.

English (Woodhouse)

ῥᾴθυμος = careless, heedless, idle, indifferent, indolent, lazy, negligent, thoughtless

⇢ Look up "ῥᾴθυμος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)

German (Pape)

[Seite 832] von leichtem Herzen, Gemüth, leichtsinnig, nachlässig, sorglos; Soph. El. 946; dem Vergnügen ergeben, Plat. Theaet. 166 a u. öfter; ἄφθονον καὶ ῥᾴθυμον αὑτοῖς κατεστήσαντο τὸν βίον, Isocr. 4, 108; καὶ ὀλιγωρός, Pol. 5, 34, 4; ῥᾳθυμότατος, Luc. imagg. 4; Plut. u. A.; – adv., ῥᾳθύμως φέρειν τι, Plat. Rep. VIII, 549 d, wie Andoc. 4, 24; ὀργὴν ὑποφέρειν, Plat. Legg. IX, 679 a, mit leichtem Sinne, mit Gleichmuth, ῥᾳθύμως ἔχειν περὶ τὴν ἐν ὅπλοις γυμνασίαν, Pol. 4, 7, 6, saumselig darin sein, die Uebung nicht treiben; ῥᾳθ. καὶ τεθαῤῥηκότως διάγειν u. ä., 2, 5, 6. 14, 2, 8; ῥᾳθυμότερον χρήσασθαι ταῖς φυλακαῖς, 1, 19, 12.

Greek (Liddell-Scott)

ῥᾴθῡμος: -ον, (ῥᾴδιον, ῥᾷον) ἀμέριμνος, ἄφροντις, ὦ ῥᾳθυμότατε Πλάτ. Θεαίτ. 166Α. 2) ὡς ἐπί τὸ πλεῖστον ἐπὶ κακῆς σημασίας, ἄνθρωπος ἀδιάφορος, ὀκνηρός, νωθρός, Λατ. socors, Σοφ. Ἠλ. 958, Ἰσοκρ. 195D· οὐδεὶς γὰρ ὢν ῥ. εὐκλεὴς ἀνὴρ Εὐρ. Ἀποσπ. 239. ΙΙ. ἐπὶ πραγμάτων, εὔκολος, ἥσυχος, ἀπράγμων, Λατ. securus, βίος Ἰσοκρ. 63Β· ῥᾳθυμοτάτη καταφυγὴ ὁ αὐτ. 230Α· τὰ ῥᾳθυμότατα αἱρεῖσθαι Πλάτων Κρίτων 45D, πρβλ. Ἀριστ. Ρητορ. 1. 10, 4. ΙΙΙ. Ἐπίρρ. -μως, Πλάτ. Νόμ. 659Β, κτλ. 2) σχεδὸν ὡς τὸ ῥᾳδίως, εὐχερῶς, μετ’ ἐλαφρότητος, μεθ’ ἡσυχίας, ῥ. φέρειν, ὑποφέρειν Ἀνδοκ. 32. 17, Πλάτ. 549D, Νόμ. 879C· ῥ. ἔχειν Ἰσοκρ. 236C· περί τι Πολύβ. 4. 7, 6· συγκρ. -ότερον, Ἰσοκρ. 127D, 142A· ῥᾳθυμοτέρως διάγειν Ἀριστ. Πολιτικ. 7. 16, 14.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 nonchalant, insouciant;
2 en parl. de choses facile, aisé, sans difficulté.
Étymologie: ῥᾴδιος, θυμός.

Greek Monotonic

ῥᾴθῡμος: [ᾶ], -ον,
I. αυτός που παίρνει τα πράγματα αφρόντιστα, που τα θεωρεί εύκολα, αδιάφορος, οκνηρός, βραδύς, αργοκίνητος, Λατ. socors, σε Σοφ. κ.λπ.
II. λέγεται για πράγματα, εύκολος, ήσυχος, απράγμων, Λατ. securus, σε Ισοκρ., Πλάτ.
III. 1. επίρρ. -μως, σε Πλάτ.
2. επίρρ. επίσης, όπως το ῥᾳδίως, εύκολα, με ησυχία, με ελαφρότητα, στον ίδ.· συγκρ. -ότερον, σε Ισοκρ., -οτέρως, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

ῥᾴθῡμος:
1) беспечный, беззаботный, нерадивый, равнодушный (ἀνήρ Eur.);
2) беззаботный, безопасный, легкий (βίος Isocr.): τὰ ῥᾳθυμότατα αἱρεῖσθαι Plat. выбирать самое безопасное (легкое).

Greek Monolingual

-η, -ο / ῥάθυμος, ῥάθυμον, ΝΜΑ, και ῥᾴθυμος, ῥᾴθυμον, Α
ο απρόθυμος για εργασία, αυτός που δεν έχει καμία διάθεση για δράση, νωθρός, οκνηρός
νεοελλ.
αράθυμος
αρχ.
1. επιπόλαιος
2. (για ύφος λόγου) ανώμαλος ή ακατάστατος
3. αυτός που γίνεται χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα, άνετος, εύκολος («ῥάθυμον αὑτοῖς κατεστήσαντο τὸν βίον», Ισοκρ.).
επίρρ...
ραθύμως / ῥαθύμως ΝΜΑ, και ράθυμα Ν
με ραθυμία, με νωθρότητα, νωχελικότητα
αρχ.
1. με απροσεξία, επιπολαιότητα ή αμέλεια
2. με ψυχική ηρεμία, ή και απάθεια («ταῦτα... ῥαθύμως φέρετε», Ανδοκ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επίρρ. ῥᾶ / ῥᾴ «εύκολα, χωρίς κόπο» + θυμός «ψυχή» (πρβλ. οξύθυμος). Αμφίβολη θεωρείται η γρφ. του τ. με υπογεγραμμένη, γεγονός που θα προϋπέθετε παρουσία -ι- στο θ. της λ. (πρβλ. καλλίζωνος), βλ. και λ. ῥᾶ].

Frisk Etymology German

ῥᾴθυμος: {rhāíthumos}
See also: s. ῥα̃.
Page 2,639