ἀποδύω: Difference between revisions

From LSJ

πωγωνοτροφία φιλόσοφoν οὐ ποιεῖ → a long beard does not make the philosopher

Source
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(<\/b>) ([\p{Cyrillic}]+), ([\p{Cyrillic}]+) (\()" to "$1 $2, $3 $4")
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(<\/b>) ([\p{Cyrillic}]+) ([a-zA-Z:\(])" to "$1 $3")
Line 29: Line 29:
}}
}}
{{elru
{{elru
|elrutext='''ἀποδύω:'''<br /><b class="num">1)</b> [[снимать]], [[совлекать]] (τινὰ τεύχεα, εἵματα Hom.; τὴν λεοντῆν Plut.; ἐσθῆτα Luc.; τινός τι Plat.);<br /><b class="num">2)</b> раздевать (τινά Her., Arph.); pass. раздеваться (ἀποδυσάμενος, καθῆκεν ἑαυτὸν εἰς τὴν λίμνην Plut.);<br /><b class="num">3)</b> снимать с себя (τι Hom., Arph. и τινός Arph.);<br /><b class="num">4)</b> готовиться, предпринимать, приступать (ἐπὶ φιλοσοφίαν Diod.; πρὸς τὸ λέγειν Plut.): ἀποδύντες τοῖς ἀναπαίστοις ἐπίωμεν Arph. приступим к чтению анапестов; εἰς ἀγορανομίαν ἀποδύεσθαι Plut. добиваться поста (римского) эдила.
|elrutext='''ἀποδύω:'''<br /><b class="num">1)</b> [[снимать]], [[совлекать]] (τινὰ τεύχεα, εἵματα Hom.; τὴν λεοντῆν Plut.; ἐσθῆτα Luc.; τινός τι Plat.);<br /><b class="num">2)</b> [[раздевать]] (τινά Her., Arph.); pass. раздеваться (ἀποδυσάμενος, καθῆκεν ἑαυτὸν εἰς τὴν λίμνην Plut.);<br /><b class="num">3)</b> снимать с себя (τι Hom., Arph. и τινός Arph.);<br /><b class="num">4)</b> готовиться, предпринимать, приступать (ἐπὶ φιλοσοφίαν Diod.; πρὸς τὸ λέγειν Plut.): ἀποδύντες τοῖς ἀναπαίστοις ἐπίωμεν Arph. приступим к чтению анапестов; εἰς ἀγορανομίαν ἀποδύεσθαι Plut. добиваться поста (римского) эдила.
}}
}}
{{mdlsj
{{mdlsj
|mdlsjtxt=<br /><b class="num">I.</b> to [[strip]] off [[clothes]] or [[armour]], Il.:—Pass., fut. -δυθήσομαι: aor1 -εδύθην [υ]: perf. -δέδυμαι.<br /><b class="num">2.</b> to [[strip]] a [[person]] of [[clothes]], ἀπέδυσε τὰς γυναῖκας Hdt., etc.:—Pass. to be stripped of one's [[clothes]], Ar.<br /><b class="num">II.</b> Mid., fut. -[[δύσομαι]] [ῡ]: aor1 -εδυσάμην; also intr. aor2 act. [[ἀπέδυν]], perf. ἀποδέδῡκα:— to [[strip]] off [[oneself]], [[take]] off, εἵματα Od.:—absol., ἀποδυσάμενος having stripped, Ar.; ἀποδύντες stripped [[naked]], Thuc.; ἀποδύεσθαι εἴς or πρός τι to [[strip]] for [[gymnastic]] exercises, Plut.:—metaph., ἀποδύντες ἐπίωμεν let us [[strip]] and [[attack]], Ar.<br />B. [[ἀποδύνω]]<br /><b class="num">1.</b> to [[strip]] off, βοείην Od.
|mdlsjtxt=<br /><b class="num">I.</b> to [[strip]] off [[clothes]] or [[armour]], Il.:—Pass., fut. -δυθήσομαι: aor1 -εδύθην [υ]: perf. -δέδυμαι.<br /><b class="num">2.</b> to [[strip]] a [[person]] of [[clothes]], ἀπέδυσε τὰς γυναῖκας Hdt., etc.:—Pass. to be stripped of one's [[clothes]], Ar.<br /><b class="num">II.</b> Mid., fut. -[[δύσομαι]] [ῡ]: aor1 -εδυσάμην; also intr. aor2 act. [[ἀπέδυν]], perf. ἀποδέδῡκα:— to [[strip]] off [[oneself]], [[take]] off, εἵματα Od.:—absol., ἀποδυσάμενος having stripped, Ar.; ἀποδύντες stripped [[naked]], Thuc.; ἀποδύεσθαι εἴς or πρός τι to [[strip]] for [[gymnastic]] exercises, Plut.:—metaph., ἀποδύντες ἐπίωμεν let us [[strip]] and [[attack]], Ar.<br />B. [[ἀποδύνω]]<br /><b class="num">1.</b> to [[strip]] off, βοείην Od.
}}
}}

Revision as of 13:35, 19 August 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀποδύω Medium diacritics: ἀποδύω Low diacritics: αποδύω Capitals: ΑΠΟΔΥΩ
Transliteration A: apodýō Transliteration B: apodyō Transliteration C: apodyo Beta Code: a)podu/w

English (LSJ)

I in fut. -δύσω, aor. 1 -έδῡυσα (for pf. -δέδῡκα v. infr. 11.1), trans. used by Hom. (esp. in Il.) of stripping armour from the slain, 1 c. acc. rei, strip off, τεύχεα δ' Ἕκτωρ δηώσας ἀπέδυσε Il.18.83, cf. 4.532, etc.; ἀπὸ μὲν φίλα εἵματα δύσω 2.261; ἀ. τί τινος Pl.Chrm.154e. 2 c. acc. pers., strip, ἀπέδυσε τὰς . . γυναῖκας Hdt.5.92.ή, cf. Pl.Epigr.12.3; ἵνα μὴ ῥιγῶν ἀποδύη (sc. τοὺς ὁδοιπόρους) Ar.Av.712, cf. Th.636, Ec.668: c. dupl. acc., τὴν ἐσθῆτά τινα ἀ. Luc.Nigr.13:—Pass., to be stripped of one's clothes, οὔ τοι τοῦτον ἀποδυθήσομαι (sc. τὸν τρίβωνα) Ar.V.1122; ἵνα μή ποτε κἀποδυθῆ μεθύων Id.Ra.715, cf. Pl.930; θοἰμάτιον ἀποδεδύσθαι Lys. 10.10; ἀποδυόμενος stripped of its shell, of the nautilus, Arist.HA 622b18. II Med., fut. -δύσομαι: aor. 1 -εδυσάμην Od.5.349 (v.l.), Pl.R.612a(v.l.), Lys.Fr.232S., etc.; mostly with intr. aor. 2 Act. ἀπέδυν, pf. ἀποδέδῡκα (used trans. by X.An.5.8.23 πολλοὺς ἤδη ἀποδέδυκεν):—strip off oneself, take off, εἵματα ταῦτ' ἀποδύς Od.5.343; ἀπόδυθι . . θοἰμάτιον Ar.Th.214; τῶν ἱματίων ἀποδύσας (aor. 2 part. pl. fem.) having stripped off some of them, ib.656; σῶμ' ἀποδυσάμενος Epigr.Gr.403 (Galatia): metaph., ἀ. τὴν ὑπόκρισιν J.AJ13.7.1. 2 abs., ἀποδυσάμενος having stripped, v.l. for ἀπολυσ-, Od.5.349; ἀποδύντες stripped naked, Th.1.6, cf. Pl.Mx.236d: metaph., ἀποδύεσθαι πρὸς τὸ λέγειν, εἰς ἀγορανομίαν, Plu.Dem.6, Brut.15; οἱ ἀποδυόμενοι εἰς τὴν παλαίστραν those who strip for the palaestra, who practise there, Lys.Fr.45.1; εἰς τὸ γυμνάσιον IG14.256 (Phintias); πρὸς τὸ ἀχανὲς πέλαγος Jul.Or.4.142c; ἀποδύντες τοῖς ἀναπαίστοις ἐπίωμεν let us strip and attack the anapaests, Ar.Ach.627, cf. Ra.641.

Greek (Liddell-Scott)

ἀποδύω: [ἴδε τὸ ῥῆμα δύω]. Ι. κατὰ μέλλ. -δύσω: ἀόρ. α΄ -έδῡσα, μεταβ. ἐν χρήσει παρ’ Ὁμ. (ἰδίως ἐν Ἰλ.) ἐπὶ ἀφαιρέσεως τοῦ ὁπλισμοῦ τῶν πεφονευμένων, 1) μετ’ αἰτ. πράγμ., ἀφαιρῶ τι ἀπό τινος, «ξεγυμνώνω», τεύχεα δ’ Ἕκτωρ δῃώσας ἀπέδυσε Ἰλ. Σ. 83, πρβλ. τί τινος Πλάτ. Χαρμ. 154Ε. 2) μετ’ αἰτ. προσ., ἀπογυμνώνω, ἀπέδυσε τὰς… γυναῖκας Ἡρόδ. 5. 92, 7, πρβλ. Πλάτ. Ἐλεγ. 12. 3· ἵνα μὴ ῥιγῶν ἀποδύῃ (ἐνν. τοὺς ὁδοιπόρους) Ἀριστ. Ὄρν. 712, πρβλ. Θεσμ. 636, Ἐκκλ. 668: - Παθ., ἀπογυμνοῦμαι τῶν ἐνδυμάτων μου, οὔ τοι… τοῦτον ἀποδυθήσομαι (ἐνν. τὸν τρίβωνα) Ἀριστοφ. Σφ. 1122· ἵνα μήποτε κἀποδυθῇ μεθύων ὁ αὐτ. Βάτρ. 715, πρβλ. Πλ. 930· θοἰμάτιον ἀποδεδύσθαι Λυσίας 117. 7· ἀποδυόμενος, ἀπογυμνούμενος ἀπὸ τοῦ ὀστράκου αὑτοῦ, ἐπὶ τοῦ ναυτίλου, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 9. 37, 33. ΙΙ. Μέσ.: μέλλ. -δύσομαι: ἀόρ α΄ -εδυσάμην Πλάτ. Πολ. 612Α (διάφ. γραφ. ἀπελυσάμεθα), Λυσ. παρὰ Διον. Ἁλ. περὶ Δημ. 11. καὶ μεταγεν. συγγραφεῖς· ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μετ’ ἀμεταβ. ἀορ. β΄ ἐνεργ. ἀπέδυν: πρκμ. ἀποδέδῡκα (ὃς ἀπαντᾷ μετὰ μεταβατ. σημασίας ἐν Ξεν. Ἀν. 5. 8. 23· πολλοὺς ἤδη ἀποδέδυκεν): - ἀπογυμνώνω ἐμαυτόν, ἀπεκδύομαι, εἵματα ταῦτ’ ἀποδὺς Ὀδ. Ε. 343· ἀπόδυθι… θοἰμάτιον Ἀριστοφ. Θεσμ. 214· τῶν ἱματίων ἀποδύσας (ἀορ. β΄ μετοχ. πληθ. θηλ.), τινὰς αὐτῶν ἀπογυμνωθείσας, αὐτόθι 656· ἀπ. τὸ γῆρας, ἐπὶ ὄφεως ἀποβάλλοντος τὴν ἐπιδερμίδα αὑτοῦ, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 8. 17, 8· σῶμ’ ἀποδυσάμενος Ἐπιγράμμ. Ἑλλ. 403: - μεταφ., ἀπ. τὴν ὑπόκρισιν Ἰωσήπ. Ἀρ. Ἰ. 13. 7, 1. 2) ἀπολ., ἀποδυσάμενος (Σχολ. ἀπολυσ-), ἀπογυμνώσας, Ὀδ. Ε. 349 ἀποδύντες, γυμνωθέντες, ἀπεκδυθέντες, Θουκ. 1, 6 πρβλ. Πλάτ. Μενέξ. 236D· ἀποδύεσθαι εἰς ἢ πρός τι, ἀπογυμνοῦσθαι δι’ ἀσκήσεις γυμνικάς, Πλουτ. Δημ. 6, Βροῦτ. 15· οἱ ἀποδυόμενοι εἰς τὴν παλαίστραν, οἱ ἀπογυμνούμενοι διὰ τὴν παλαίστραν, δηλ. οἱ ἐν αὐτῇ γυμναζόμενοι, Λυσ. Ἀποσπ. 45. 1· εἰς τὸ γυμνάσιον Συλλ. Ἐπιγρ. 5475. 14: - μεταφ. ἀλλ’ ἀποδύντες τοῖς ἀναπαίστοις ἐπίωμεν, ἀλλ’ ἂς ξεγυμνωθῶμεν καὶ ἂς ἐπέλθωμεν, ὅ ἐ. ἂς ἑτοιμασθῶμεν καὶ ἂς ἀρχίσωμεν τοὺς ἀναπαίστους, Ἀριστοφ. Ἀχαρ. 627, πρβλ. Βατρ. 641.

French (Bailly abrégé)

I. tr. (aux prés., impf., fut. et ao.) déshabiller, dévêtir : τινα εἵματα ou τεύχεα IL ôter à qqn ses vêtements ou ses armes ; ἀπ. τινά déshabiller qqn;
II. intr. (aux temps suivants de l’Act. : ao.2 ἀπέδυνimpér. ἀπόδυθι, part. ἀποδύς ; pf. ἀποδέδυκα, pqp. ἀπεδεδύκειν, et au Moy. ἀποδύομαι, f. ἀποδύσομαι, ao. ἀπεδυσάμην) se déshabiller, se dévêtir : ἀπ. εἵματα OD ôter ses vêtements ; abs. ἀποδύς après avoir ôté ses vêtements ; ἀποδυσάμενος OD après avoir ôté le voile ; en parl. d’athlètes mettre bas ses vêtements (pour la lutte) ; se préparer : ἐπί τι, πρός τι pour qch.
Étymologie: ἀπό, δύω.

English (Autenrieth)

fut. ἀποδύσω, aor. 1 ἀπέδῦσε, aor. 2 part. ἀποδύς: act. (pres., fut., aor. 1), strip off (from another), τεύχεα, Δ, Il. 18.83; mid. (aor. 2), put off (doff), εἵματα, Od. 5.343; ἀποδῦσάμενος, Od. 5.349; better reading ἀπολῦσάμενος.

Spanish (DGE)

• Morfología: [fut. ἀποδύσω c. tmesis Il.2.261; aor. ind. 1.a plu. ἀπεδύσαμεν Pl.Chrm.154e, imperat. ἀπόδῡθι Ar.Th.214, opt. ἀποδύοι Hsch., subj. pas. 3.a sg. ἀποδῠθῇ Ar.Ra.715, part. act. ἀποδύς Od.5.343, med. ἀποδυσάμενος Od.5.349 (var.); perf. 3.a sg. ἀποδέδυκε X.An.5.8.23]
I tr. en pres., fut., aor. sigmático act. y en perf. quitar (la ropa o las armas), desnudar c. ac. de cosa τεύχεα δ' Ἕκτωρ δῃώσας ἀπέδυσε Il.18.83, cf. 4.532, ἀπὸ μὲν φίλα εἵματα δύσω Il.2.261, τὸ ἱμάτιον PLips.40.3.22, τὸ ἔνδυμα Herm.Sim.9.13.8, οὐκ ἀπεδύσαμεν αὐτοῦ αὐτὸ τοῦτο Pl.Charm.154e, οὐδεὶς ἀποδύσει ἄκοντα Philostr.Gym.17
c. ac. de pers. τὰς γυναῖκας Hdt.5.92η, πολλοὺς ἤδη ἀποδέδυκεν X.An.5.8.23, μ' ἀπέδυσεν Pl.Epigr.29.3, ἵνα μὴ ῥιγῶν ἀποδύῃ (sc. τοὺς ὀδοιπόρους) Ar.Au.712, ἀπόδυσον αὐτόν Ar.Th.636, cf. Ec.668, τοὺς πένητας Chrys.M.62.22
c. dos ac. τὴν δὲ ἐσθῆτα ... αὐτὸν ἀ. Luc.Nigr.13
de donde en v. pas. οὔτοι ποτὲ τοῦτον ἀποδυθήσομαι (sc. τὸν τρίβωνα) Ar.V.1122, ἵνα μὴ κἀποδυθῇ μεθύων Ar.Ra.715, ἀποδύομαι μεθ' ἡμέραν Ar.Pl.930, θοἰμάτιον ἀποδεδύσθαι Lys.10.10.
II intr. y refl. en pres., fut., aor. sigmático med. y en aor. rad. atem. y perf. act.
1 desnudarse, quitarse c. ac. de cosa εἵματα ταῦτ' ἀποδύς Od.5.343, ἀπόδυθι ... θοἰμάτιον Ar.Th.214, μελέων πέπλα Musae.251, σῶμ' ἀποδυσάμενος GVI 1168.5 (Galacia IV/V d.C.), cf. Aristid.Or.38.20, Plb.15.27.9
c. gen. τῶν ἱματίων ἀποδύσας quitándose (ac. plu. fem.) los vestidos Ar.Th.656
abs., de atletas ἀποδύντες desnudos Th.1.6, ἀποδύντα Pl.Mx.236d, del nautilus ἀποδυόμενος sin concha Arist.HA 622b18
del coro que se quita el disfraz ἀποδύντες τοῖς ἀναπαίστοις ἐπίωμεν Ar.Ach.627, cf. Ra.641
c. giro prep. y ac. εἰς ὕπαιθρον ἀποδυόμενος desnudándose al aire libre Plu.2.274e, πρὸς τὸ βάπτισμα Pall.V.Chrys.2(M.47.11)
de los atletas desnudarse para la lucha, entrenarse ἀπεδύσατο ... εἰς τὴν αὐτὴν παλαίστραν Lys.Fr.17.2.1, εἰς τὸ γυμνάσιον IG 14.256.13 (Fintias).
2 fig. despojarse de c. ac. de n. abstr. τὴν ὑπόκρισιν I.AI 13.220, νόσημα τῆς ψυχῆς Plu.2.819e, cf. Luc.Cat.16.
3 fig. por extensión de los que practican ejercicios físicos prepararse c. giro c. prep. y ac. πρὸς τὸ λέγειν Plu.Dem.6, εἰς ἀγορανομίαν Plu.Brut.15, πρὸς ἀχανὲς πέλαγος Iul.Or.11.142c.

Greek Monolingual

ἀποδύω (Α) (νεοελλ. μόνο μέση φωνή, αποδύομαι)
(αρχ.-νεοελλ.) αρχίζω κάτι με ζήλο και αγωνιστικότητα καταβάλλοντας μεγάλες προσπάθειες
αρχ.
Ι. 1. αφαιρώ ένδυμα, οπλισμό, γδύνω, ξεγυμνώνω, απογυμνώνω
II. (μέσ., -ομαι)
1. (για οστρακόδερμα) αποβάλλω το όστρακο μου
2. (σε παλαίστρα) γδύνομαι για να αγωνιστώ, αγωνίζομαι
3. αποβάλλω κάτι από πάνω μου, το «ξεφορτώνομαι».

Greek Monotonic

ἀποδύω: μέλ. -δύσω, αόρ. αʹ -έδῡσα·
1. αφαιρώ τα ενδύματα ή τον οπλισμό φονευμένου εχθρού, σε Ομήρ. Ιλ. — Παθ. μέλ. δῠθήσομαι, αόρ. αʹ -δύθην [ῠ], παρακ. -δέδῠμαι·
2. αυτό που γυμνώνω έναν άνθρωπο από τα ρούχα του· ἀπέδυσε τὰς γυναῖκας, σε Ηρόδ. κ.λπ. — Μέσ. μέλ. -δύσομαι [ῡ], αόρ. αʹ -εδυσάμην· επίσης αμτβ. Ενεργ. αορ. βʹ ἀπέδυν, παρακ. ἀποδέδῡκα· γυμνώνω τον εαυτό μου, βγάζω τα ρούχα μου, εἴματα, σε Ομήρ. Οδ.· απόλ., ἀποδυσάμενος, αυτός που έχει γδυθεί, στο ίδ.· ἀποδύντες, αυτοί που έμειναν τελείως γυμνοί, σε Θουκ.· ἀποδύεσθαι εἴςή πρός τι, γδύνομαι για να επιδοθώ σε γυμναστική εξάσκηση, σε Πλούτ.· μεταφ., ἀποδύντες ἐπίωμεν, ας γδυθούμε και ας επιτεθούμε, δηλ. ας ετοιμαστούμε κι ας αρχίσουμε τα αναπαιστικά τραγούδια, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἀποδύω:
1) снимать, совлекать (τινὰ τεύχεα, εἵματα Hom.; τὴν λεοντῆν Plut.; ἐσθῆτα Luc.; τινός τι Plat.);
2) раздевать (τινά Her., Arph.); pass. раздеваться (ἀποδυσάμενος, καθῆκεν ἑαυτὸν εἰς τὴν λίμνην Plut.);
3) снимать с себя (τι Hom., Arph. и τινός Arph.);
4) готовиться, предпринимать, приступать (ἐπὶ φιλοσοφίαν Diod.; πρὸς τὸ λέγειν Plut.): ἀποδύντες τοῖς ἀναπαίστοις ἐπίωμεν Arph. приступим к чтению анапестов; εἰς ἀγορανομίαν ἀποδύεσθαι Plut. добиваться поста (римского) эдила.

Middle Liddell


I. to strip off clothes or armour, Il.:—Pass., fut. -δυθήσομαι: aor1 -εδύθην [υ]: perf. -δέδυμαι.
2. to strip a person of clothes, ἀπέδυσε τὰς γυναῖκας Hdt., etc.:—Pass. to be stripped of one's clothes, Ar.
II. Mid., fut. -δύσομαι [ῡ]: aor1 -εδυσάμην; also intr. aor2 act. ἀπέδυν, perf. ἀποδέδῡκα:— to strip off oneself, take off, εἵματα Od.:—absol., ἀποδυσάμενος having stripped, Ar.; ἀποδύντες stripped naked, Thuc.; ἀποδύεσθαι εἴς or πρός τι to strip for gymnastic exercises, Plut.:—metaph., ἀποδύντες ἐπίωμεν let us strip and attack, Ar.
B. ἀποδύνω
1. to strip off, βοείην Od.