σκουλαρίκι

From LSJ
Revision as of 11:03, 26 November 2022 by Spiros (talk | contribs)

ἀμήχανον δὲ παντὸς ἀνδρὸς ἐκμαθεῖν ψυχήν τε καὶ φρόνημα καὶ γνώμην, πρὶν ἂν ἀρχαῖς τε καὶ νόμοισιν ἐντριβὴς φανῇ → hard it is to learn the mind of any mortal or the heart, 'till he be tried in chief authority | it is impossible to know fully any man's character, will, or judgment, until he has been proved by the test of rule and law-giving

Source

Greek Monolingual

το / σχολαρίκιον, ΝΜ, και, σκολαρίκι Ν
1. κόσμημα που κρεμιέται από το αφτί, ενώτιο
2. ναυτ. ιμάντας, σχοινί, ταινία από ανθεκτικό υλικό ή μέταλλο που χρησιμεύει για σύσφιγξη ή στερέωση εργαλείου ή άλλου αντικειμένου με περίζωσή του
3. φρ. α) «να το βάλεις [ή να το κρεμάσεις] σκουλαρίκι» — λέγεται κυρίως σε κάποιον για κακό που έχει κάνει και χρησιμοποιείται ως απειλή
β) «σκουλαρίκι [ή σκουλαρίκια] της βασίλισσας»
βοτ. κοινή ονομασία τών ελληνικών ειδών του γένους impotiens και, ιδίως, του Impotiens balsamica, γνωστού με τη λόγια ονομασία βαλσαμίνη η σουλτανική, καθώς και τών ανθέων τους, αλλ. γάλανθος ή φούξια
γ) «βάζω σκουλαρίκι στον μακαρά»
ναυτ. τροπώ τον τρόχιλο, τον συνδέω με σχοινί.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. σκολαρίκι < μσν. σχολαρίκιον < σχολαρικόν ἐνώτιον, δηλ. σκουλαρίκι που φορούσαν οι σχολάριοι, φρουροί τών ανακτόρων στο Βυζάντιο. Η άποψη ότι ο τ. έχει σχηματιστεί < αρχ. σκόλλυς «τρόπος κουρέματος» δεν θεωρείται πιθανή. Ο τ. σκουλαρίκι < σκολαρίκι με κώφωση του -ο- σε -ου- κατ' επίδραση του προηγούμενου συμφώνου (πρβλ. κόμαρον: κούμαρο)].

Translations

earring

Afrikaans: oorbel, oorring, oorkrabbetjie, oorkrawwetjie; Ainu: ニンカリ; Albanian: vathë; Arabic: قُرْط‎, حَلَق‎; Egyptian Arabic: حلقة‎; Hijazi Arabic: حَلَق‎; Armenian: ականջօղ, օղ; Aromanian: tsirtselj, tsirtseljiu, tsirtsel, dzirdzelj, dzirdzeljiu, minghiush, mãnghiush, ver; Asturian: pendiente, perendengue, areta; Azerbaijani: sırğa; Bashkir: алҡа, һырға; Basque: belarritako; Belarusian: завушніца; Bengali: মাকড়ি; Bikol Central: hikaw; Bulgarian: обица; Burmese: နားကပ်, နားကွင်း; Buryat: һиихэ; Catalan: arracada; Cebuano: ariyos; Cherokee: ᎠᏟᎠᏙ; Chinese Cantonese: 耳環, 耳环; Hakka: 耳環, 耳环; Mandarin: 耳環, 耳环; Min Nan: 耳鉤, 耳钩, 耳環, 耳环; Crimean Tatar: sırğa; Coptic: ⲕⲁϣⲁⲃⲉⲗ; Czech: náušnice; Danish: ørering; Dolgan: ытырга; Dutch: oorbel, oorring; Esperanto: orelringo; Estonian: kõrvarõngas; Faroese: oyrnaringur, oyrnalokkur; Finnish: korvakoru, korvarengas; French: boucle d'oreille; Galician: pendente, brinco, cercelo; Georgian: საყურე; German: Ohrring; Greek: σκουλαρίκι; Ancient Greek: ἄρκαλα, ἀρτίαλα, αὐλίσκος, βοτρύδιον, ἐγκλαστρίδια, ἕλιξ, ἑλικτήρ, ἐλλόβιον, ἐνόπη, ἔνστροφος, ἐνώδιον, ἐνῴδιον, ἐνωτάριον, ἐνωτίδιον, ἐνώτιον, ἕρμα, ἱπποκάμπιον, κροτάλια, πινώτιον, πλάστρα, πλάστρον, σίγλος, σίκλος, σταλάγμιον, στροβίλιον, τροχίσκος; Hausa: yari; Hebrew: עָגִיל‎; Hiligaynon: aritos; Hindi: कान की बाली, बाली; Hungarian: fülbevaló; Icelandic: eyrnalokk; Ido: oreloringo; Ilocano: aritos, lubay; Indonesian: subang, anting-anting; Irish: fáinne cluaise; Italian: orecchino; Japanese: イヤリング, 耳飾り; Kazakh: сырға; Khmer: ក្រវិល, កុណ្ឌល, ក្រវិលត្រចៀក, កន្ទល់; Korean: 귀고리, 이어링; Kurdish Central Kurdish: گوارھ‎; Northern Kurdish: guhar, guhark; Kyrgyz: сырга; Ladin: rucin; Lao: ຕຸ້ມຫູ; Latin: inauris; Latvian: auskars; Lithuanian: auskaras; Luxembourgish: Ouerrank; Macedonian: обетка, менѓуша; Maguindanao: pamalang; Malay: anting-anting, subang; Malayalam: കമ്മൽ; Manx: fainey chleayshey; Maori: whakakai, iaringi; Mongolian: ээмэг; Navajo: jaatłʼóół, jaaʼ bigháníʼáhí; Nepali: झुम्का; Nogai: сырга; Norman: boucl'ye d'ouothelle; Northern Ohlone: ponkói; Norwegian: ørering; Bokmål: øredobb, øredobbe; Nynorsk: øyredobb, øyredobbe; Occitan: pendent; Old English: ēarhring; Persian: گوشواره‎, منگوش‎; Polish: kolczyk; Portuguese: brinco; Romanian: cercel; Romansch: ureglin, urachin, uraglin, rintga, rentga d'ureglia, rentga, pandarliez; Russian: серьга, серёжка; Sanskrit: कर्णवेष्ट; Scottish Gaelic: fàinne-chluaise; Serbo-Croatian Cyrillic: наушница, минђуша; Roman: naušnica, minđuša, rinčica; Sicilian: ricchina; Slovak: náušnica; Slovene: uhan; Sorbian Lower Sorbian: zawušnik; Southern Altai: сырга; Spanish: arete, arito, aro, caravana, chapa, pantalla, pendiente, zarcillo; Swahili: hereni; Swedish: örhänge; Tagalog: arilyos, hikaw; Tajik: гӯшвора; Tatar: сырга; Telugu: చెవిపోగు; Thai: ต่างหู, ตุ้มหู; Tibetan: རྣ་རྒྱན; Tocharian B: klautsaiñe; Turkish: küpe; Turkmen: gulakhalka; Ukrainian: серга, сережка, кульчик; Urdu: بالی‎; Uyghur: سۆكە‎, يىگىنە‎; Uzbek: isirgʻa, zirak; Vietnamese: khuyên tai, khuyên, hoa tai; Waray-Waray: ariyos; Welsh: clustlws, clustdlws; West Frisian: earring, earbel; Westrobothnian: åirhaindj; Yiddish: וירינגל