Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δίζω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: δίζω Medium diacritics: δίζω Low diacritics: δίζω Capitals: ΔΙΖΩ
Transliteration A: dízō Transliteration B: dizō Transliteration C: dizo Beta Code: di/zw

English (LSJ)

Ep. impf.

   A δίζον Il.16.713:—to be in doubt, at a loss, δίζε γὰρ ἠὲ μάχοιτο... ἦ λαοὺς ὁμοκλήσειε l.c.; δίζω ἤ σε θεὸν μαντεύσομαι ἢ ἄνθρωπον Orac. ap. Hdt.1.65:—Med., δ. ὅτι... μή... Eus.Mynd.58, Tryph.240.    II Med., = δίζημαι 11, ἄτεκνον ἔριθον δίζεσθαι Hes.Op. 603 codd.; δίζεαι Theoc.25.37; δίζετο Bion Fr.14.2, Coluth.81, Epic. in Arch.Pap.7.9, etc.; διζόμεσθα Herod.8.12; δίζοντο Q.S.4.16; opt. δίζοιτο Ecphant. ap. Stob.4.7.64; part. διζόμενος APl.4.146, Epigr.Gr.226.10. (Perh. fr. δίς, cf. διστάζω.)

German (Pape)

[Seite 623] ungewiß sein, unschlüssig sein, zweifeln; verwandt δίζημαι, Wurzel Ζε-? verwandt δύο, δίς, Wurzel ΔFι-? Vgl. Curtius Grundz. d. Griech. Etymol. 2, 196. Homer einmal, Iliad. 16, 713 δίζε γὰρ ἠὲ μάχοιτο κατὰ κλόνον αὖτις ἐλάσσας, ἦ λαοὺς ἐς τεῖχος ὁμοκλήσειεν ἀλῆναι. Oracul. bei Herodot. 1, 65 δίζω ἤ σε θεὸν μαντεύσομαι ἢ ἄνθρωπον. VLL. ζητῶ; ἐδ ίζη σα· ἐζήτησα Hesych. – Med. δίζομαι, = δίζημαι, Ep. ad. 305 (Plan. 146); Coluth. 80; δίζεαι Theocr. 25, 37; δίζεσθαι Hes. O. 601 Democrit. Stob. flor. 1, 40 Ap. Rh. 1, 1303. 4, 508, für δίζησθαι; auch bei Her. oft v. l.; διζόμενος Qu. Sm. 10, 447.

Greek (Liddell-Scott)

δίζω: Ἐπ. παρατ. δίζον Ἰλ.· - διατελῶ ἐν ἀμφιβολίᾳ, ἀμφιβάλλω, δίζε γὰρ ἠὲ μάχοιτο… , ἦ λαοὺς… ὁμοκλήσειεν Ἰλ. ΙΙ. 713· δίζω ἤ σε θεὸν μαντεύσομαι Χρησμ. παρ' Ἡροδ. 1. 65· - τὸ μέσ. δίζομαι συχν. εὕρηται ἀντὶ τοῦ δίζημαι, ὡς ἐν Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 601, ἐν παλαιαῖς ἐκδόσεσι τοῦ Ἡροδότου, κτλ.· ἀλλὰ τὰ χωρία ταῦτα διωρθώθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ χφων, καὶ ὁ Δινδ. ἐπιτρέπει μόνον τὸ δίζομαι χάριν τοῦ μέτρου παρὰ μεταγ. ποιηταῖς, ὡς Θεόκρ. 25. 37, Βίων 11. 2, Κόϊντ. Σμ. 10. 447, Ἀνθ. Πλαν. 4 146, Κόλουθ. 80, Συλλ. Ἐπιγρ. 3123. (Ἡ σημασία τοῦ δίζω ὑποδεικνύει σχέσιν πρὸς τὰ δι-, δίς, disceptare, ἐνῷ τὸ δίζημαι κατά τε τὴν σημασίαν καὶ τὴν μορφὴν φαίνεται ἔχον στενὴν συγγένειαν πρὸς τὸ ζητέω, ἴδε Curt. Gr. Et. σ. 572).

French (Bailly abrégé)

seul. prés. et impf.
poét.
être en doute, hésiter;
Moy. δίζομαι seul. prés. et impf. chercher.
Étymologie: δίς.

English (Autenrieth)

(δίς): only ipf. δίζε, was in doubt, debated, Il. 16.713†.

Spanish (DGE)

• Grafía: graf. δισζ- IG 12(2).489.12 (Mitilene II/III d.C.)

• Morfología: [sólo tema de pres.; impf. sin aum. Il.16.713, Bio Fr.1.2, Colluth.80]
I c. interr. indir. tener la duda de, no estar seguro de δίζε ... ἠὲ μάχοιτο ... ἦ λαοὺς ... ὁμοκλήσειεν Il.l.c., δίζω ἤ σε θεὸν μαντεύσομαι ἢ ἄνθρωπον Orác. en Hdt.1.65
en v. med. mismo sent. θεοὶ ὅτι ἔασι, οὐ χρὴ δίζεσθαι Eus.Mynd.58, διζόμενοι μή πού τις ἔην δόλος ἄλλος Ἀχαιῶν Triph.240.
II en v. med. (v. tb. δίζημαι)
1 buscar, procurarse ἄτεκνον ἔριθον Hes.Op.603 (cód.), φάρμακα πάντα Bio l.c., cf. Q.S.7.26, στέμμ[α] ἐπ' ἰρά Herod.8.12, λῳτέρην ... δίζετο μορφήν Colluth.l.c., οἶμον ἄελπτον ... πόνοιο Orph.A.937, cf. Nonn.D.43.173, AP 11.376.11 (Agath.)
buscar, tratar de localizar Ἀργώ A.R.4.508, cf. Theoc.25.37, μιν δίζεσθαι ἔρυκον impedían su búsqueda A.R.1.1303, cf. Nonn.D.5.470, Orph.A.1303, AP 16.146, GVI 967.10 (Teos III/IV d.C.), οὔτε ... τὸν κόσμον δίζοιτο ἄν τις ἐν αὐτῷ τ' ἐών Ecphant.Pyth.Hell.80.26, abs. δίζεο καὶ περὶ Λῆμνον busca también en torno a Lemnos Nonn.D.31.113
c. inf. buscar, querer διζομένη τάχα ... πυρῆς ἐπιβήμεναι Q.S.10.447, οἱ ... ἕτεροί με δίζοντ' αὖθις ἔχειν los otros querían tenerme de nuevo, AP 16.341, cf. Q.S.12.22
fig. indagar τά τ' ἐόντα τά τ' ἐσσόμεν' Orph.A.209, εἴ τις ... βροτῶν ἀνὰ ... γαῖαν ναιετάει Orph.A.1212.
2 echar de menos, añorar μιν ὡς ἑὸν υἷα δίζοντο ref. a Aquiles muerto, Q.S.4.16, ἁλὸς ἡμετέρης ὕδατα ref. a una nave AP 9.36 (Secundus).

• Etimología: Deriv. del adv. δίς q.u.

Greek Monolingual

δίζω (Α)
ι. αμφιβάλλω, διστάζω
2. μέσ. επιδιώκω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) δι- του δις. Πρόκειται για σπάνιο ρηματικό τ. που απαντά ήδη στον Όμηρο αλλά αντικαταστάθηκε στη χρήση του από το μεταγενέστερο διστάζω].

Greek Monotonic

δίζω: Επικ. παρατ. δῖζον·
I. βρίσκομαι σε σύγχυση, σε αμφιβολία, αμφιβάλλω, σε Ομήρ. Ιλ., Χρησμ. παρ' Ηροδ. (πιθ. από την ίδια ρίζα με το δίς;),
II. Μέσ., δίζομαι, = δίζημαι, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

δίζω: (impf. δίζον)
1) быть в нерешительности, колебаться, не знать (ἠὲ … ἢ Hom.; ἢ … ἢ Her.);
2) med. искать (ἔριθον Hes.; δμώων τινά Theocr.).

Frisk Etymological English

See also: s. δίς.

Middle Liddell

epic imperf. δῖζον
I. to be in doubt, at a loss, Il., Orac. ap. Hdt. (Prob. from the same Root as δίς;— but)
II. Mid. δίζομαι, = δίζημαι, Theocr., Bion.

Frisk Etymology German

δίζω: {dízō}
Meaning: zweifeln
See also: s. δίς.
Page 1,391