Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οφείλω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

(ΑΜ ὀφείλω, Α και ὀφειλέω, επικ. και αρκαδ. τ. ὀφέλλω, αρκαδ. τ. και ὀφήλω)
1. είμαι οφειλέτης, χρωστώ κάτι σε κάποιον, ιδίως χρήματα (α. «ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια», ΚΔ
β. «μισθὸς τοῑς στρατιώταις ὠφείλετο», Ξεν.)
2. μτφ. αναγνωρίζω κάτι καλό που μού έκανε κάποιος και χρωστώ ευεργεσία
3. μτφ. είμαι υποχρεωμένος, έχω καθήκον να κάνω κάτι (α. «οφείλεις να είσαι ευγενέστερος» β. «ἄλλοτέ περ καὶ μᾱλλον ὀφέλλετε ταῡτα πενέσθαι», Ομ. Ιλ.)
4. (το ουδ. μέσ. μτχ. ενεστ. ως ουσ.) το οφειλόμενο(ν)
η οφειλή, το χρέος
μσν.-αρχ.
(ο πρτ. και ο αόρ. β') ὤφελλον ή ὄφελλον και ὤφελον ή ὄφελον
α) (για πράγματα τα οποία δεν έχει πράξει κάποιος, αλλά τα οποία θα έπρεπε να είχαν γίνει) θα έπρεπε («ὤφελεν ἀθανάτοισιν εὔχεσθαι», Ομ. Ιλ.)
β) (όταν ακολουθεί απρμφ. ενεστ. ή αορ. και ενώ συχνά προτάσσονται το είθε, αίθε, ως, ως δη για να κάνουν μία ευχή ισχυρότερη, για δήλωση ανεκπλήρωτης επιθυμίας) είθε, μακάρι να... («ὡς πρὶν διδάξαι γ' ὤφελες», Αριστοφ.)
αρχ.
1. (ως δικανικός όρος) α) είμαι υποχρεωμένος να δώσω
β) υφίσταμαι την τιμωρία να πληρώσω πρόστιμοὀφείλω διπλῆν τὴν βλάβην» — χρωστώ να πληρώσω διπλή τη ζημιά, Λυσ.)
2. παθ. ὀφείλομαι
υπόκειμαι («θανάτῳ πάντες ὀφειλόμεθα», Σιμων.)
3. απρόσ. ὀφείλει
είναι αναγκαίο, πρέπει
4. (η μτχ. ενεστ.) ὀφείλων, ὀφείλουσα, ὀφεῑλον
αυτός που πρέπει να γίνει.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ο ενεστ. ὀφείλω (πιθ. < οφέλ-νω) μαρτυρείται ήδη στη Μυκηναϊκή (πρβλ. operote = οφείλοντες, operosa = οφείλουσα, opero), όπου η αμφισημία του φωνήεντος της δεύτερης συλλαβής δεν επιτρέπει να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η αρχική μορφή του ρήματος. Από το θ. του ενεστ. ὀφελ- / ὀφειλ- έχουν σχηματιστεί ο θεματικός αόρ. ὤφελον (πρβλ. θείνω: έπεφνον) και οι μέλλ., αόρ. α' και παρακμ. ὀφειλήσω, ὠφείλησα, ὠφείληκα. Ο αόρ. β' ὦφλον (μυκην. oporo) με σημ. πιο περιορισμένη και τεχνική ανάγεται στη μηδενισμένη βαθμίδα του θ. ὀφελ-. Από το θ. ὀφλ- του αορ. ὦφλον οι μέλλ., αόρ. α' και παρακμ. ὀφλήσω, ὤφλησα, ὤφληκα, όπως και το ρ. ὀφλ-ισκ-άνω με διπλό επίθημα (πρβλ. αμβλισκάνω). Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι το θ. του ρήματος οφελ- είναι σύνθ. από την πρόθεση ὀπί = ἐπί και το θ. ἑλ- του εἷλον αόρ. β' του αἱρῶ «συλλαμβάνω, κυριεύω» και ότι ο αόρ. β' ὦφλον έχει προέλθει με συγκοπή από τον θεματικό αόρ. ὤφελον. Στη Μυκηναϊκή, τέλος, μαρτυρείται και ο τ. opero = ὄφελος «έλλειψη, στέρηση, έλλειμμα, οφειλή, χρέος», η σημ. του οποίου οδήγησε ορισμένους να συνδέσουν το ρ. ὀφείλω με το ρ. ὀφέλλω (II) (βλ. λ. οφέλλω [ΙΙ])].