Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποντοπόρος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

German (Pape)

[Seite 681] das Meer durchwandelnd, befahrend; ναῦται, Hom. ep. 8, 1; gew. Beiwort des Seeschiffes, Od. 12, 69 Il. 1, 439 u. öfter, wie Soph. Ai. 245; so auch δόρυ, Phil. 712; πλάτη, σχεδία, Eur. Troad. 810 Hec. 113; sp. D., wie Orph. Arg. 52. 1098.

Greek (Liddell-Scott)

ποντοπόρος: -ον, (πείρω, πορεύω) ὁ διερχόμενος τὴν θάλασσαν, ταξειδεύων, ἐπὶ πλοίων, Ἰλ. Α. 439, Β. 771, Ὀδ. Μ. 69, Σοφ. Φιλ. 721, Αἴ. 250· ὡς ἐπίθετον τοῦ ναῦται μόνον ἐν Ὁμ. Ἐπιγράμμ. 8. 1· π. βοῦς Μόσχ. 2. 49.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui parcourt la mer.
Étymologie: πόντος, πείρω.

English (Autenrieth)

sea-faring,’ sea-traversing.

Greek Monolingual

-ο / ποντοπόρος, -ον, ΝΜΑ, θηλ. και ποντοπόρα Ν, και ποντοπόρεια Α
1. αυτός που διαπλέει τη θάλασσαποντοπόρος νηῡς», Ομ. Οδ.)
2. (για πρόσ.) αυτός που ταξιδεύει στο ανοιχτό πέλαγος, θαλασσοπόρος
νεοελλ.
φρ. «ποντοπόρο πλοίο» — πλοίο που κάνει υπερπόντιες μεταφορές, ιδίως φορτηγό πλοίο που εκτελεί πλόες πέρα από το Γιβραλτάρ ή το Σουέζ
αρχ.
(το θηλ. ως κύριο όν.) ἡ Ποντοπόρεια
προσωνυμία μιας Νηρηΐδος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πόντος + -πόρος (< πόρος), πρβλ. θαλασσο-πόρος, οδοι-πόρος.

Greek Monotonic

ποντοπόρος: -ον (πορεύομαι), αυτός που περνά πάνω από τη θάλασσα, αυτός που ταξιδεύει, λέγεται για πλοία, σε Όμηρ., Σοφ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ποντοπόρος -ον [πόντος, πείρω] zeevarend.

Russian (Dvoretsky)

ποντοπόρος: плывущий по морю (νηῦς, ναῦται Hom.; δόρυ Soph.; πλάτη Eur.).

Middle Liddell

ποντο-πόρος, ον, [πορεύομαι]
passing over the sea, seafaring, of ships, Hom., Soph.