Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προσαναγκάζω

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: προσᾰναγκάζω Medium diacritics: προσαναγκάζω Low diacritics: προσαναγκάζω Capitals: ΠΡΟΣΑΝΑΓΚΑΖΩ
Transliteration A: prosanankázō Transliteration B: prosanankazō Transliteration C: prosanagkazo Beta Code: prosanagka/zw

English (LSJ)

   A force or constrain besides, Th.7.18; compress too tightly, of a bandage, Hp.Off.8 (Pass.); force bones together, opp. ἀπαναγκάζω, Id.Art.14.    II increase the severity of exercises, ἀπὸ κούφων π. Id.Vict.3.68; of military training, τῇ ἄλλῃ μελέτῃ Th. 6.72.    III c. acc. et inf., force one to do a thing, βίῃ με προσηνάγκασσε πάσασθαι h.Cer.413; π. τινὰ παρεῖναι, μένειν, ὁμολογεῖν, φιλεῖν, X.Cyr.8.1.17, Pl.Smp.217d, 223d, Prt.346b: the inf. is freq. omitted, τοὺς μὴ δεχομένους τὰς σπονδὰς π. (sc. δέχεσθαι) Th.5.42; π. τινά τι force him also (to do) something, Pl.Smp.181e.    IV constrain or compel by argument, τῷ λόγῳ τινά Id.Phlb.13b, cf. Gal.9.936.    2 π. τι εἶναι prove that a thing necessarily is, Pl.Lg.710a, Plt.284b.

German (Pape)

[Seite 749] noch dazu zwingen, nöthigen; c. inf., βίῃ με προσηνάγκασσε πάσασθαι, H. h. Cer. 413; Thuc. 6, 72; Ar. Vesp. 611; τὸν Σωκράτη ὁμολογεῖν, Plat. Conv. 223 d, u. öfter; auch τοῖς λόγοις τινά, überzeugen, Phil. 13 b; u. mit acc. c. inf., προσηναγκάσαμεν εἶναι τὸ μὴ ὄν, wir haben dargethan, daß etc., Polit. 284 b; Sp.

Greek (Liddell-Scott)

προσαναγκάζω: μέλλ. -άσω, ἀναγκάζωβιάζω προσέτι, Θουκ. 7. 18· συμπιέζω λίαν σφιγκτῶς, ἐπὶ τραύματος, Ἱππ. π. Ἰητρεῖον 743· ἕλκω μεθ’ ὁρμῆς, βιαίως, τι πρός τι ὁ αὐτ. π. Ἄρθρ. 792. 2) ἀναγκάζω προσέτι, καὶ τῇ ἄλλῃ μελέτῃ προσαναγκάζοντες, Θουκ. 6. 72. ΙΙ. μετ’ αἰτ. καὶ ἀπαρ., ἀναγκάζω τινὰ νὰ πράξῃ τι, βίῃ με προσηνάγκασσε πάσασθαι Ὕμν. Ὁμ. εἰς Δήμ. 413· πρ. τινὰ παρεῖναι, μένειν, ὁμολογεῖν, φιλεῖν Ξεν. Κύρ. 8. 1, 17, Πλάτ. Συμπ. 217D, 223D, Πρωτ. 346Β· ἀλλὰ τὸ ἀπαρέμφ. συχνάκις παραλείπεται, τοὺς μὴ δεχομένους τὰς σπονδὰς πρ. (ἐξυπακ. δέχεσθαι) Θουκ. 5. 42· πρ. τινά τι, ἀναγκάζω τινὰ προσέτι νὰ πράξῃ τι, Πλάτ. Συμπ. 181Ε. ΙΙΙ. ἀναγκάζω, πείθω διὰ λογικῶν ἐπιχειρημάτων, τινὰ λόγοις, ὁ αὐτ. ἐν Φιλήβ. 13Β. 2) πρ. τι εἶναι, ἀποδεικνύω ὅτι ἀναγκαίως εἶναί τι, ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 710Α, Πολιτ. 284Β.

French (Bailly abrégé)

1 contraindre en outre τινά, qqn ; avec l’inf. contraindre à, etc.
2 contenir, maintenir étroitement ; fig. τινά τινι contenir qqn par qch.
Étymologie: πρός, ἀναγκάζω.

Greek Monolingual

Α
1. ασκώ επιπρόσθετη βία
2. (σχετικά με επίδεσμο) συμπιέζω πολύ σφιχτά
3. συμπιέζω όλα τα οστά μαζί
4. εξαναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι («προσαναγκάζειν τὸν Σωκράτη ὁμολογεῑν», Πλάτ.)
5. αναγκάζω και κάποιον άλλον να κάνει κάτιχρῆν δὲ καὶ τούτους τοὺς πανδήμους ἐραστὰς προσαναγκάζειν τὸ τοιοῡτον», Πλάτ.)
6. (σχετικά με σωματικές ή και στρατιωτικές ασκήσεις) επαυξάνω την ένταση
7. μτφ. πείθω κάποιον με λογικά επιχειρήματα
8. φρ. «προσαναγκάζειν τι εἶναι» — αποδεικνύω ότι αναγκαίως υπάρχει κάτικαθάπερ ἐν τῷ σοφιστῇ προσηναγκάσαμεν εἶναι τὸ μὴ ὄν», Πλάτ.).

Greek Monotonic

προσανᾰγκάζω: μέλ. -σω· Επικ. αόρ. αʹ -ηνάγκασα·
I. 1. αναγκάζω ή εξαναγκάζω επιπλέον, σε Θουκ.
2. αναγκάζω κάποιον να υπακούσει ή να πειθαρχήσει, στον ίδ.
II. με αιτ. και απαρ., αναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι, σε Ομηρ. Ύμν.· προσαναγκάζω τινὰ παρεῖναι, ὁμολογεῖν, σε Ξεν.· αλλά με το απαρ. να παραλείπεται, τοὺςμὴ δεχομένους τὰς σπονδὰς προσαναγκάζω, (ενν. δέχεσθαι), σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

προσᾰναγκάζω:
1) (также) принуждать, заставлять: π. τινά τι Plat., Thuc. принуждать кого-л. к чему-л.; π. τινὰ παρεῖναι Xen. заставить кого-л. явиться; τῇ ἄλλῃ μελέτῃ π. Thuc. заставлять заниматься и другими (военными) вопросами;
2) приводить к убеждению, убеждать (τινὰ λόγοις Plat.);
3) доказывать неопровержимо: προσηναγκάσαμεν εἶναί τι Plat. мы воочию доказали, что существует нечто.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προσ-αναγκάζω dwingen:; π. ἐς τὴν φύσιν ἐλθεῖν dwingen in zijn natuurlijke positie terug te gaan Hp. Art. 14; φάσκοντες... τοὺς μὴ δεχομένους τὰς σπονδὰς προσαναγκάσειν zeggend dat zij degenen die het verdrag niet accepteerden zouden dwingen Thuc. 5.42.2; in training de belasting opvoeren:. ἀπὸ κούφων προσαναγκάζοντα beginnend met lichte oefeningen de belasting steeds zwaarder makend Hp. Vict. 3.68; τῇ ἄλλῃ μελέτῃ προσαναγκάζοντες door de rest van de training hun belasting opvoerend Thuc. 6.72.4. overtuigen:; τῷ λόγῳ εἴ τίς σε προσανάγκαζοι als iemand je met argumenten zou overtuigen Plat. Phlb. 13b; dwingend laten zien, bewijzen, met AcI:. προσηναγκάσαμεν εἶναι τὸ μὴ ὄν wij toonden aan dat het niet-zijnde bestaat Plat. Plt. 284b.

Middle Liddell

fut. σω epic aor1 -ηνάγκασσα
I. to force or constrain besides, Thuc.
2. to bring under command or discipline, Thuc.
II. c. acc. et inf. to force one to do, Hhymn.; πρ. τινὰ παρεῖναι, ὁμολογεῖν Xen.; but inf. omitted, τοὺς μὴ δεχομένους τὰς σπονδὰς πρ. (sc. δέχεσθαἰ Thuc.