Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προτέρημα

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: προτέρημα Medium diacritics: προτέρημα Low diacritics: προτέρημα Capitals: ΠΡΟΤΕΡΗΜΑ
Transliteration A: protérēma Transliteration B: proterēma Transliteration C: proterima Beta Code: prote/rhma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A advantage, superiority, in pl., Plb.1.51.3, 16.20.6, al.; π. φυσικά Phld.Rh.2.87 S., D.S.15.39, cf. Longin.44.3, M.Ant.1.16: less freq. in sg., ἐπὶ μηδενὶ ἐπαρθῇς ἀλλοτρίῳ π. Epict.Ench.6.    2 in war, advantage gained, success, Plb.1.9.7, 2.10.6, D.S.2.19, al.; ἐπὶ τοῦ π. γίγνεσθαι Id.3.54; οὐκ ἔσται τὸ π. σου LXX Jd.4.9, cf. Onos.13.1.    II privilege, τὰ τῆς βασιλείας π. D.S.31.19, cf. Hsch.

German (Pape)

[Seite 791] τό, der Vorzug, das Voransein im Raume und in der Zeit, der Vorsprung; bes. der Vorrang, höhere Werth, Vortheil, die Ueberlegenheit; oft bei Pol., τὰς τῶν πέλας ἁμαρτίας ἴδια προτερήματα νομίζειν, 16, 20, 6; bes. Sieg, 1, 9, 7. 5, 107, 3 u. sonst; τὸ κατὰ τοὺς Ἰλλυριοὺς προτέρημα, der Sieg, 2, 10, 6; u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

προτέρημα: τό, (προτερέω) τὸ προτερεῖν, «πρόκριμα, προτίμησις» Ἡσύχ.· - ἐν τῷ πληθ., πλεονέκτημα, Πολύβ. 16. 20, 6. 2) ἐν τῷ πολέμῳ ὑπεροχή, νίκη, ὁ αὐτ. 1. 9, 7., 2. 10, 6, Διόδ. 3. 71.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
supériorité, avantage, mérite supérieur ; particul. :
1 victoire;
2 crédit, honneur, réputation.
Étymologie: προτερέω.

Greek Monolingual

το, ΝΜΑ προτερῶ
1. npoσόν ή χάρισμα φυσικό ή επίκτητο
2. πλεονέκτημα, υπεροχή
3. αρετή
αρχ.
1. πρωτείο βαθμού ή ηλικίας, ανώτερη αξία
2. (στον πόλεμο) επικράτηση, νίκη («θεωρῶν δὲ τοὺς βαρβάρους ἐκ τοῦ προτερήματος θρασέως καὶ προπετῶς αναστρεφομένους», Πολ.)
3. (κατά τον Ησύχ.) «πρόκριμα, προτίμησις»
4. στον πληθ. τὰ προτερήματα
τα προνόμια («τὰ τῆς βασιλείας προτερήματα», Διόδ.).

Greek Monotonic

προτέρημα: -ατος, τό, πλεονέκτημα, νίκη, υπεροχή, σε Πολύβ.

Russian (Dvoretsky)

προτέρημα: ατος τό преимущество, преобладание, перевес Diod., Plut.: τὸ κατὰ τοὺς Ἰλλυριοὺς π. Polyb. победа над иллирийцами.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προτέρημα -ατος, τό [προτερέω] succes, overwinning.

Middle Liddell

προτέρημα, ατος, τό, [from προτερέω
an advantage, victory, Polyb.