Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χωνεύω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: χωνεύω Medium diacritics: χωνεύω Low diacritics: χωνεύω Capitals: ΧΩΝΕΥΩ
Transliteration A: chōneúō Transliteration B: chōneuō Transliteration C: choneyo Beta Code: xwneu/w

English (LSJ)

contr. fr. χοανεύω (q. v.).    II coat jars with pitch, τοὺς χωνεύοντας κεραμεῖς PSI4.441.3, cf. 15 (iii B. C.); κεχωνευκώς PCair.Zen.741.26 (iii B. C.): but pf. part. Pass. κεχωνημένα ib.742.4 (iii B. C.) (χωνεύω and κωνάω became assimilated; cf. ἀχώνευτος and ἀχώνητος (Addenda)).

German (Pape)

[Seite 1386] zsgz. aus χοανεύω, Metall schmelzen, gießen, aus geschmolzenem Metall bilden; Pol. 34, 9,11; κεχωνευμένον ἀργύριον Plut. Lucull. 17, und A.

Greek (Liddell-Scott)

χωνεύω: συνῃρ. ἐκ τοῦ χοανεύω, ὃ ἴδε.

French (Bailly abrégé)

fondre dans le creuset, fondre en parl. d’un métal.
Étymologie: contr. de χοανεύω ; cf. χώνη.

Greek Monolingual

ΝΜΑ, και στον Ερωτόκρ. χωνεύγω Ν, και ασυναίρ. τ. χοανεύω Α χοάνη/χώνη
1. τήκω μέταλλο σε χοάνη ή σε κάμινο
2. (σχετικά με τροφές) πέπτω, ολοκληρώνω τη λειτουργία πέψης
νεοελλ.
1. χώνω, ενσωματώνω κάτι μέσα σε κάτι άλλο
2. (αμτβ.) α) (για ξύλα κ.ά. ύλες) γίνομαι στάχτη, αποτεφρώνομαι
β) (για νερά) i) απορροφούμαι
ii) κατεβαίνει η στάθμη της επιφάνειάς μου
3. μτφ. α) ανέχομαι, υποφέρω κάποιον («νομίζω ότι ο δάσκαλος δεν μέ χωνεύει καθόλου»)
β) κατανοώ, συνειδητοποιώ κάτι (α. «το χώνεψες ή θέλεις να σού το επαναλάβω;» β. «δεν μπορεί ακόμη να χωνέψει την προσβολή που της έκανε»)
γ) (στην ποίηση) εντάσσω, προσαρμόζω («χωνεύουν τα ανώμαλα σχήματά τους μέσα σε μία γενικήν αρμονίαν», Παπαντ.)
4. φρ. α) «δεν θα το χωνέψεις»
(ως απειλή) δεν θα περάσει έτσι, χωρίς να τιμωρηθείς
β) «χωνεμένη κοπριά» — κοπριά που έχει αποσυντεθεί και είναι κατάλληλη για λίπασμα
γ) «χωνεμένο τυρί» — τυρί που έχει υποστεί ζύμωση
αρχ.
1. χύνω μέταλλο στη μήτρα, χυτεύω («τὸν χαλκοῡν ἵππον χωνεύσας», Αλέξ. Αφρ.)
2. επιχρίω αγγεία με πίσσα
3. μτφ. (σχετικά με χρήματα) συγκεντρώνω, μαζεύω.

Greek Monotonic

χωνεύω: χώνη, συνηρ. από χοανεύω, χοάνη.

Russian (Dvoretsky)

χωνεύω: стяж. Polyb. etc. = χοανεύω.

Middle Liddell

[From χοάνη
I. to cast into a mould (χόανος), Ar.
II. to cast metal: —Pass., κεχωνευμένος Plut.