Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀλλοδαπός

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ἀλλοδαπός Medium diacritics: ἀλλοδαπός Low diacritics: αλλοδαπός Capitals: ΑΛΛΟΔΑΠΟΣ
Transliteration A: allodapós Transliteration B: allodapos Transliteration C: allodapos Beta Code: a)llodapo/s

English (LSJ)

ή, όν, (perh. ἀλλοδ-, cf. Lat.

   A aliud, -απος = -ṇqu̯ος, cf. Lat. long-inquus) belonging to another people or land, foreign, Il. 16.550, Od.17.485, Sapph.92, Pi.N.1.22, A.Th.1082, X.Cyr.8.7.14, etc.; ἐν ἀλλοδαπῇ in foreign parts, Sammelb.4284.7 (iii A. D.) :— later ἀλλο-δᾰπής, ές, EM68.2, cf. Ps.-Callisth.2.21.

German (Pape)

[Seite 103] ή, όν (s. ποδαπός), anders woher, fremd, H. z. B. δῆμος Il. 19, 324, ξεῖνοι Od. 17, 485, κακὸν ἀλλοδαποῖσι φέροντες 3, 74. 9, 255, γαίῃ ἐν ἀλλοδαπῇ ναίει 9, 36; – p. bei Plat. Lys. 212 e; Pind. γυναῖκες P. 4, 50; ἄκρα N. 3, 25; Aesch. φῶτες Spt. 1068 u. a. D. In Prosa, Xen. Cyr. 8, 7, 14, den πολῖται entgegenstehend; ἀλλοδαπῆ Mem. 4, 3, 8; oft Plut. u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἀλλοδαπός: -ή, -όν, (ἄλλος· ἴδε ἐν λ. ποδαπός). Ὁ ἀνήκων εἰς ἄλλον λαὸν ἢ ἄλλην χώραν, ξένος, Ἰλ. Π. 550, Ὀδ. Ρ. 485, Πινδ. Ν. 1. 33, Αἰσχύλ. Θήβ. 1077, Ξεν. Κύρ. 8. 7. 14, κτλ.: ― μεταγενέστερος τύπος ὑπάρχει ἀλλοδαπής, ές, ἀναφερόμενος ἐν Ἐτυμ. Μ. 68. 2, καὶ εὑρισκόμενος ἐνιαχοῦ τῶν μεταγενεστέρ. συγγραφέων· πρβλ. Bast. Γρηγ. σ. 891.

French (Bailly abrégé)

ός, όν :
d’un autre pays, étranger.
Étymologie: ἄλλος, -δαπος ; cf. παντοδαπός.

English (Autenrieth)

strange, foreign; also subst., stranger.

English (Slater)

ἀλλοδᾰπός
   1 foreign, of another land “ἀλλοδαπᾶν γυναικῶν” (P. 4.50) ἐν ἀλλοδαπαῖς ἀρούραις (P. 4.254) met., θυμέ, τίνα πρὸς ἀλλοδαπὰν ἄκραν ἐμὸν πλόον παραμείβεαι; (N. 3.26) m. pl. pro subs. θαμὰ δ' ἀλλοδαπῶν οὐκ ἀπείρατοι δόμοι ἐντί (N. 1.22)

Spanish (DGE)

-ή, -όν
I 1de pers. de otras tierras, extranjero, forastero ἀνδρὶ παρ' ἀλλοδαπῷ Od.23.219, ἄνδρας ἐς ἀλλοδαπούς Il.24.382, Od.20.220, ἀλλοδαποῖσι μετ' ἀνδράσι A.R.1.17, ἀλλοδαπῶν ... φωτῶν A.Th.1076, ἀλλοδαπᾶν ... γυναικῶν Pi.P.4.50, cf. PLond.1711.67 (VI a.C.), ἄρχοντες E.Io 1070, ναετῆρες Nonn.D.13.151, c. ξεῖνος: καί τε θεοὶ ξείνοισιν ἐοικότες ἀλλοδαποῖσι también hay dioses que se parecen a extranjeros de otras tierras, Od.17.485, ὄλβιος ᾧ ... ξένοι ἀλλοδαποί feliz el que tiene ... huéspedes en tierra extraña Thgn.1254, ἀ. καὶ ξένοι Plu.2.37e
subst. extranjero, forastero ἀλλοδαπός περ ἐών Il.16.550, μιχθεὶς ἀλλοδαποῖσι teniendo trato con hombres de otras tierras, Il.3.48, κακὸν ἀλλοδαποῖσι φέροντες Od.3.74, 9.255, πέρροχος, ὠς ὄτ' ἄοιδος ὀ Λεσβίος ἀλλοδάποισιν extraordinario, como cuando un aedo lesbio entre extranjeros ... Sapph.106, θαμὰ δ' ἀλλοδαπῶν οὐκ ἀπείρατοι δόμοι casas que con frecuencia tienen experiencia de forasteros (que son hospitalarias), Pi.N.1.22, πολῖταί τοι ἄνθρωποι ἀλλοδαπῶν οἰκειότεροι X.Cyr.8.7.14, op. ἡμεδαπός, ὑμεδαπός A.D.Synt.20.22.
2 de la tierra, del país extranjero, extraño γαίῃ ἐν ἀλλοδαπῇ Od.9.36, cf. Sol.3.24, A.R.2.870, PStras.40.33 (VI a.C.), ἀλλοδαπῷ ἐνὶ δήμῳ Il.19.324, σῶμα μὲν ἀλλοδαπὴ κεύθει κόνις Simon.72P.
3 extraño, raro del aspecto de Heliogábalo ἀλλοδαπὸν ἢ παντάπασι βάρβαρον τὸ σχήμα Hdn.5.5.5, cf. σχήμασί τε ἀλλοδαποῖς Hdn.1.14.1.
II subst. (ἡ) ἀλλοδαπή tierra extranjera, el extranjero ἐν ἀλλοδαπῇ διατρίβειν SB 4284.7 (III a.C.), ἐπὶ τῆς ἀλλοδαπῆς POxy.1122.11 (V a.C.), τῆς οἰκείας τὴν ἀλλοδαπὴν προτιμῶσι Chrys.M.51.42, ἐν ἀλλοδαπῇ κακοπαθοῦντες Hdn.8.7.5, τοῖς ἐπὶ ἀλλοδαποῖς para los extraños (a su diócesis), Eus.HE 4.23.1.

• Etimología: Prob. comp, de ἀλλοδ- (cf. ἄλλος) y -n̥k-o- (presente en lat. longinquus). Cf. formaciones paralelas, como τηλεδαπός, παντοδαπός, etc.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ἀλλοδαπός, -ή, -όν)
1. αυτός που προέρχεται από άλλο λαό ή άλλη χώρα, ξένος, αλλοεθνής
2. (το θηλυκό ως ουσιαστικό) η αλλοδαπή
ξένη χώρα, ξενιτιά
αρχ.
εξωτικός, αλλόκοτος, παράδοξος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀλλο- + -δαπός, με όμοιο τρόπο σχηματισμού με τους τ. τηλεδαπός, παντοδαπός, ποδαπός, ()μεδαπός. Το επίθημα -δαπὸς είναι άγνωστης ετυμολογίας. Συνήθως ο τ. εξηγείται < ουδ. ἀλλοδ- (πρβλ. λατ. aliud) + -απὸς < ΙΕ -nkwos, αντίστοιχο του λατ. -inquus (πρβλ. long -inquus, prop-inquus).

Greek Monotonic

ἀλλοδαπός: -ή, -όν (ἄλλος, βλ. ποδαπός), αυτός που ανήκει σε άλλο λαό ή γη (χώρα), ξένος, άγνωστος, αλλοδαπός, σε Όμηρ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἀλλοδᾰπός: II ὁ иноземец, чужестранец Xen., Plut.
иноземный, чужестранный (δῆμος, γαίη Hom., γυναῖκες Pind.; φῶτες Aesch., ξένος Plat.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: from another land, foreign (Il.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: From ἄλλος, built like τηλεδαπός, παντοδαπός, ποδαπός, ἡμεδαπός. Explained as ἀλλοδ-απός, with the old neutral marker (Lat. aliud). The latter part would be the same as Lat. -inquus (longinquus etc.), PIE -n̥kʷ̯o-. Bechtel Lex., Schwyzer 604 A. Doubts Meillet BSL 28, 42ff.: -δαπός an unknown suffix. Suffixes are not added to case forms, like the neutral -d. Cf. vW.

Middle Liddell

ἄλλος, v. ποδαπός
belonging to another people or land, foreign, strange, Hom., etc.

Frisk Etymology German

ἀλλοδαπός: {allodapós}
Meaning: von anderswoher, fremd (ion. att.).
Etymology : Von ἄλλος mit derselben Bildungsweise wie τηλεδαπός, παντοδαπός, ποδαπός, ἡμεδαπός. Gewöhnlich als ἀλλοδαπός erklärt mit altem neutralem (lat. aliud) oder analogisch eingeführtem -δ-. Das Hinterglied wäre mit lat. -inquus (longinquus usw.) identisch, idg. -ng/ko-. Bechtel Lex., Schwyzer 604 A. 1 m. Lit. Anders Meillet BSL 28, 42ff.: -δαπός ein sonst unbekanntes Suffix (?).
Page 1,76