Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀτραπός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἀτρᾰπός Medium diacritics: ἀτραπός Low diacritics: ατραπός Capitals: ΑΤΡΑΠΟΣ
Transliteration A: atrapós Transliteration B: atrapos Transliteration C: atrapos Beta Code: a)trapo/s

English (LSJ)

Ep. ἀταρπός, as always in Hom., e.g. Il.17.743, ἡ:—

   A short cut, or generally, path, Hom., Hdt.7.215, Ar.Nu.76, Th.4.36, etc.; ἀεὶ μίαν ἀ. πάντες βαδίζουσι [μύρμηκες] Arist.HA622b25.    2 metaph., walk of life, ἡ πολιτικὴ ἀ. Pl.Plt.258c; μύθων Emp.24; ἱστορίης IG3.716; ἀ. μύρμηκος, v. μυρμηκιά.

German (Pape)

[Seite 388] (τρέπω, mit euphon. α?, nach Eust. α priv. στενή, καθ' ἣν οὐκ ἔστιν ἐκτραπῆναι), ἡ, Fußsteig, Pfad, Pind. frg. 74; Ar. Nubb. 75; Her. 7, 175; Thuc. 4, 36; Plat. Phaedr. 66 b u. sonst in Prosa.

Greek (Liddell-Scott)

ἀτρᾰπός: Ἐπ. ἀταρπὸς ὡς ἀείποτε παρ’ Ὁμ., π.χ. ἐν Ἰλ. Ρ. 743, ἡ: (α στερητ., τρέπω): ― κυρίως «ὁδὸς τετριμμένη, μὴ ἔχουσα ἐκτροπάς, ἀλλ’ εὐθεῖα» Ἡσύχ., ἐν γένει «μονοπάτι», ὁδός, Ὅμ. Ἡρόδ. 7. 215, Ἀριστοφ. Νεφ. 77, Θουκ. 4. 36, κτλ. 2) μεταφ. ἡ ὁδός, ἡ πορεία τοῦ βίου, τὴν οὖν πολιτικὴν ἀτραπὸν πῇ τις ἀνευρήσει; Πλάτ. Πολιτ. 258C· λόγων Ἐμπεδ. παρὰ Πλουτ. 2. 418C· ἱστορίης Συλλ. Ἐπιγρ. 380· ἀτρ. μύρμηκος, ἴδε μυρμηκιά.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ἡ) :
sentier, chemin étroit ; chemin détourné, chemin de traverse.
Étymologie: ἀ- prosth., τρέπω, litt. « endroit où l’on va et vient ».

English (Slater)

ἀτρᾰπός
   1 path ἐπίσκοτον ἀτραπὸν ἐσσυμένα of the sun in eclipse (Pae. 9.5)

Spanish (DGE)

(ἀτρᾰπός) -οῦ, ἡ

• Alolema(s): ἀταρπός Il.17.743, Alcm.102, Leon.2455P., ISmyrna 521.8 (II/I a.C.), Nonn.D.41.39

• Prosodia: [ᾰ-]
1 senda, sendero ὥς θ' ἡμίονοι ... ἕλκωσ' ἐξ ὄρεος, κατὰ παιπαλόεσσαν ἀταρπόν Il.l.c., λεπτὰ δ' ἀ. Alcm.l.c., τὴν δὲ ἀτραπὸν ταύτην ἐξεῦρον Hdt.7.215, ἐκεῖνοί τε γὰρ τῇ ἀτραπῷ περιελθόντων τῶν Περσῶν διεφθάρησαν Th.4.36, (μύρμηκες) ἀεὶ μίαν ἀτραπὸν πάντες βαδίζουσι Arist.HA 622b25, cf. Th.4.129, X.Mem.3.11.8, Lyc.697, 123, op. ὁδός: ἐξέλιπον ὁδοὺς καὶ ἐπορεύθησαν ἀτραπούς LXX Id.5.6B, ἐὰν μή τινες κατὰ τὰς γειτνιάσεις ἕνεκεν τῆς πρὸς ἀλλήλους διόδου ἀτραποῖς χρῶνται SEG 13.521.29 (Pérgamo II a.C.), μνῆμα ... παρὰ ... τρηχῆαν ἀταρπόν ISmyrna l.c., cf. SEG 32.896 (Creta II/I a.C.), D.Chr.1.77, 7.55, D.C.Epit.9.16.1, Hld.1.6.2, Nonn.l.c., Hierocl.Facet.181
en una cueva galería ἀγνοίᾳ τῶν πρὸς τὰ βάθη φερουσῶν ἀτραπῶν Hld.2.12.3.
2 itinerario, ruta gener. νέρθεν θαλάσσης ἀτραποὺς διήνυσε Lyc.123, τὴν ἐπ' ᾌδος ἀταρπὸν ἕρπων Leon.l.c., Ζεὺς ... παρεμέτρεε ἀτραπὸν ἠρείην Nonn.D.7.315, cf. Pamprepius 3.178, Philet.3
fig. senda, camino τὴν οὖν πολιτικὴν ἀτραπὸν πῇ τις ἀνευρήσει; Pl.Plt.258c, μύθων ... ἀ. Emp.B 24, ἀτραποὶ βίων Plu.2.586a, ὥσπερ ἀτραποῦ διαμαρτόντες ἣν πρῶτος ... διὰ φιλοσοφίας Πλάτων κατεῖδε Plu.2.762a, εὕρατο ... ἱστορίης ἀτραπόν IG 22.3669.13 (III d.C.), ἐξ ἀρετῆς δὲ ἀ. Ὀλύμποιο θεόσσυτος Nonn.D.20.96, στενὴ ... τῆς ἀληθείας ὁδὸς, ἀ. ἀμφίκρημνος Amph.Seleuc.201.

• Etimología: Puede derivarse de la raíz *trep- de τρέπω q.u. en grado ø y ἀ- protética. C. diferente vocalización y sufijo tb. ἀταρπιτός.

Greek Monolingual

η (AM ἀτραπός, Α και ἀτραπός και ἀταρπιτός)
στενό πέρασμα, μονοπάτι
νεοελλ.
(τοπογρ.) όρος που χαρακτηρίζει φυσικές στενές διελεύσεις ορεινών εδαφών, βατές μόνο από πεζούς και ζώα, οι οποίες δημιουργούνται από τη συχνή διέλευση μικρών ζώων (όπως αιγοπρόβατα κ.ά.)
αρχ.
1. πορεία ή κατεύθυνση στη ζωή, τρόπος ζωής
2. «μύρμηκος ἀτραπός» — ανεβοκατεβάσματα της φωνής από κιθαριστή ή τραγουδιστή.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. ο τ. ατραπός < α- (αθροιστικό) + (θ.) τραπ- (συνεσταλμένη βαθμίδα της ρίζας trep- «πατώ, τρέχω με μικρά βήματα, ποδοκροτώ) του ρ. τραπέω «πατώ, καταπατώ» (πρβλ. και τροπέοντο «επάτουν», Ησύχ.), ενώ η σύνδεση με το τρέπω δεν είναι τόσο ικανοποιητική. Τη λ. ατραπός χρησιμοποίησε ο Ηρόδοτος προκειμένου να δηλώσει το μονοπάτι από το οποίο οι Πέρσες περικύκλωσαν τις Θερμοπύλες].

Greek Monotonic

ἀτρᾰπός: Επικ. ἀ-ταρπός, ἡ (τρέπω)· πιθ. δρόμος που δεν έχει διακλαδώσεις, γενικά, μονοπάτι, δρόμος, σε Όμηρ., Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἀτρᾰπός: эп. ἀταρπός ἡ тропа, тропинка Hom., Pind., Her., Thuc., Arph., Xen., Plat., Arst., Emped., Plut.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: (foot)path (Hdt.).
Other forms: ἀταρπός (Il.). ἀταρπιτός (Il.), ἀτραπιτός (Od.) after ἁμαξιτός (s. v.; and Kretschmer KZ 38, 129). ἀτραπητός AB 460.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Generally taken as α copulativum and the verbal stem τραπ- seen in τραπέω tread (grapes) (s. v.), with o-grade in τροπέοντο ἐπάτουν H. Possible, though the formation is strange. Rather a substr. word given the meaning, and the change αρ\/ρα: with IE words one of the variants is analogical, which seems impossible here. Russ. tropá id. (Fraenkel Gedenkschr. Kretschmer 1, 104) could point to a European substr. word (cf. Beekes 125 J. Idg.)

Middle Liddell

τρέπω
properly a path with no turnings, generally a path-way, road, Hom., Hdt., Thuc., etc.

Frisk Etymology German

ἀτραπός: ep. ἀταρπός
{atrapós}
Grammar: f.
Meaning: Pfad, Fußsteig (ion. att. seit Il.).
Derivative: Davon ἀτραπίζω durchwandern (Pherekr.).
Etymology : Erweiterte epische Form ἀταρπιτός (ρ 234), nach ἁμαξιτός, s. d. und Kretschmer KZ 38, 129. Verbalnomen, wohl als Zusammenbildung aus α copulativum und einem Verbalstamm τραπ- bestehend, der auch in τραπέω keltern, eig. austreten (s. d.), mit o-Stufe in τροπέοντο· ἐπάτουν H. vorliegt.
Page 1,180-181