Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄνασσα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἄνασσα Medium diacritics: ἄνασσα Low diacritics: άνασσα Capitals: ΑΝΑΣΣΑ
Transliteration A: ánassa Transliteration B: anassa Transliteration C: anassa Beta Code: a)/nassa

English (LSJ)

(

   A ϝάνασσα Inscr.Cypr.101 H., al.), ἡ, fem. of ἄναξ, queen, lady, addressed to goddesses, Od.3.380, 6.175; esp. in Att.to Athena, A.Eu.228,235,443, etc.    2 to a mortal, Od.6.149, etc.—Common in Poetry from Pi. downwds.; rare in Prose, as Isoc.9.72, Arist. Fr.526: c. dat., ἐνέροισιν A.R.3.862.    3 generally, like ἄναξ IV, ἄνασσα πράγους καὶ βουλεύματος authoress of this deed, E.Fr.704; ὀργίων Ar.Ra.387.    II as Adj., royal, ἀ. βουλή, of the Roman Senate, IG14.1389i34.

German (Pape)

[Seite 208] ἡ, fem. zu ἄναξ, Gebieterin, Herrscherin, gew. von Göttinnen, Ceres Il. 14, 326, Athene) Od. 3. 380; Pind. I. 4, 5; von einer Sterblichen, die aber den Göttern verglichen wird, Od. 6, 149. 175. Häufiger bei Tragg. u. folgd. Dichtern; komisch Ar. Lys. 706 πράγους καὶ βουλεύματος.

Greek (Liddell-Scott)

ἄνασσα: ἡ, θηλ. τοῦ ἄναξ, βασίλισσα, κυρία, δέσποινα, ἀποδίδοται δὲ εἰς τὰς θεάς, Ὀδ. Γ. 380, Ζ. 175, ἰδίως παρ’ Ἀττ. εἰς τὴν Ἀθηνᾶν, Αἰσχύλ. Εὐμ. 228, 235, 443, κτλ. 2) εἰς θνητὰς γυναῖκας, ὡς π.χ. τὴν Ναυσικάαν, ἣν οὕτω προσαγορεύει ὁ Ὀδυσσεύς: Γουνοῦμαί σε, ἄνασσα Ὀδ. Ζ. 149, Τραγ. ― Ἡ λέξις καθίσταται κοινὴ παρὰ ποιηταῖς ἀπὸ τοῦ Πινδ. καὶ ἐφεξῆς, ἀλλὰ σπανία παρὰ πεζοῖς, ὡς Ἰσοκρ. 203D, Ἀριστ. ἐν Κυπρ. Πολ. (Ἴδε Ἁρπ. ἐν λέξ. ἄνακτες καὶ ἄνασσαι)· μετ. δοτ., ἐνέροισιν ἄνασσαν Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 862. 3) καθόλου, ὡς τὸ ἄναξ IV, ἄνασσα πράγους καὶ βουλεύματος, αὐτουργὸς τῆς πράξεως, Εὐρ. Ἀποσπ. 704· ὀργίων Ἀριστοφ. Βάτρ. 385. ΙΙ. ὡς ἐπίθ., βασιλική, ἀν. βουλὴ ἐπὶ τῆς Ρωμαϊκῆς Συγκλήτου, Ἐπιγράμμ. Ἑλλ. 1046. 35.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
1 maîtresse, reine;
2 qui préside à, qui dirige : ἁγνῶν ὀργίων AR les mystères sacrés.
Étymologie: fém. de ἄναξ.

English (Autenrieth)

ης (ϝάναξ): queen, but only of goddesses, for Odysseus when he addresses Nausicaa as ἄνασσα, doubts whether she is divine or mortal, Od. 6.149.

English (Slater)

ᾰνασσα
   1 queen, of goddesses διὰ τεάν, ὤνασσα, τιμὰν (sc. ὦ Θεία) (I. 5.6) ὤνασσ' Ἀλάθεια fr. 205, 2. cf. ἄνα (P. 12.13)

Spanish (DGE)

-ης, ἡ

• Alolema(s): Ϝάνασσα Alcm.1.18, 48, IChS 91 (Aya Moní IV a.C.); (Ϝ)άναψα IPamph.3.29

• Prosodia: [ᾰ-]
I subst.
1 soberana, señora de diosas (frec. c. gen. de sus cultos o atributos): Deméter Il.14.326, ἄ. αὐτὴ καὶ κούρη ... Περσεφόνεια h.Cer.492, cf. 75, Δημήτηρ, ἁγνῶν ὀργίων ἄ. Ar.Ra.384, Δαμάτηρ ... πάντων ἄ. E.Ph.686
de Atena ἄνασσ', ἵληθι Od.3.380, ἄνασσ' Ἀθανάα Alc.325.1, cf. A.Eu.235, 443, Carm.Conu.1.1, ἄνασσ' Ὄγκα diosa identificada c. Atena, A.Th.164
de Hera, Phoronis 4.3, μὰ τὴν ἄ. ¡por la Señora! e.d. ¡por Hera! como juramento propio de las mujeres, E.Andr.934
de Afrodita h.Ven.92, Alcm.1.18, cf. 48, en Chipre IChS 6.1 (Pafos IV a.C.), IChS 91, v. supra, ἄλλη Κύπρις ἄνασσα (Hero) era como una segunda señora Cipris Musae.33
de Leto y sobre todo Ártemis σέβομαι Λατώ τ' ἄνασσαν Ar.Th.123, cf. 971, Ἄρτεμις ... Αὐλίδος ἄ. E.IA 434, cf. 1482, Call.Dian.137, Οὖπι ἄνασσα identificada c. Ártemis, Call.Dian.204, 240, cf. Hsch.s.u. Ὦπι ἄνασσα
de Ártemis o Atena, Sch.Ar.Lys.1300 Stein
de otras diosas o deificaciones Σελένη h.Hom.32.17, Hécate h.Cer.440, Isis Erot.Fr.Pap.Nect.2.10, la Magna Mater Lyr.Adesp.17.26, Teya, Pi.I.5.6, Ἀλάθεια Pi.Fr.205.2, Βριμὼ ... ἐνέροισιν ἄ. A.R.3.862, de identificación dudosa SEG 26.1293 (Mileto V a.C.)
de Nausícaa cuando todavía Ulises no sabe a quién tiene ante sí γουνοῦμαί σε, ἄ., θεός νύ τις ἦ βροτός ἐσσι; Od.6.149
de la Virgen, Nonn.Par.Eu.Io.19.27, de la Iglesia, Meth.Symp.11.2.
2 de mujeres reina, soberana, señora de una amazona αὐτοκασιγνήτη χρυσοζώνοιο ἀνάσσης ép. en Sch.Pi.N.3.64, de Ifigenia, E.IA 592
esp. c. gen. del pueblo o lugar, de la reina de Persia ἄ. Περσίδων A.Pers.155, γῆς ... τῆσδε A.Pers.173, de Hécuba ἄ. Φρυγῶν E.Hec.492, Ἰλίου E.Hec.484, 891
en gener. ἐμὰν ἄ. a la reina mi señora, a mi dueña E.Hipp.755, cf. 783
op. δοῦλος señora, dueña, ama E.Ph.95, Andr.65, Hec.61
de las reinas helenísticas: Berenice o Arsínoe, Call.Fr.112.2, Βερενίκη ἄ. παρθένων OGI 56.61 (II a.C.)
op. al βασιλεύς princesa, infanta τούς δ' ἄνακτας, τὰς δ' ἀνάσσας Isoc.9.72, cf. Arist.Fr.526.
3 dueña, ama, autora ἄ. πράγους τοῦδε καὶ βουλεύματος E.Fr.699 (= Ar.Lys.706, aplicado a Lisístrata).
II adj. soberana βουλή IUrb.Rom.1155.34.

Greek Monolingual

η (AM ἄνασσα) άναξ
βασίλισσα, δέσποινα, κυρά
αρχ.
ο κύριος αυτουργός, αυτουργός μιας πράξης.

Greek Monotonic

ἄνασσα: ἡ, θηλ. του ἄναξ,
I. βασίλισσα, αρχόντισσα, κυρία, ως επίκληση στις θεότητες, σε Ομήρ. Οδ., Αισχύλ.· επίσης λέγεται για θνητό, σε Ομήρ. Οδ., Τραγ.
II. γενικά όπως το ἄναξ IV, ἄνασσα ὀργίων, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἄνασσα:
1) владычица, повелительница (эпитет Деметры, Афродиты, Афины и др.) Hom., HH, Aesch.;
2) царица (γῆς τῆσδε, Περσίδων Aesch.);
3) госпожа, хозяйка или предводительница (ἁγνῶν ὀργίων Arph.).

Middle Liddell

[fem. of ἄναξ,]
I. a queen, lady, mistress, addressed to goddesses, Od., Aesch.; also to a mortal, Od., Trag.
II. generally, like ἄναξ IV, ἄνασσα ὀργίων Ar.