Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βασιλεύς

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: βᾰσῐλεύς Medium diacritics: βασιλεύς Low diacritics: βασιλεύς Capitals: ΒΑΣΙΛΕΥΣ
Transliteration A: basileús Transliteration B: basileus Transliteration C: vasileys Beta Code: basileu/s

English (LSJ)

ὁ, gen. έως, Ep. ῆος, Cypr. ῆϝος Inscr.Cypr.104,135H.: acc. βασιλέα, contr. -ῆ Orac. ap. Hdt.7.220, E.Fr.781.24 (lyr.): nom. pl. βασιλεῖς, Aeol.

   A -ηες Sapph.Supp.6.4, IG12(2).6 (Mytil.), -ειες ib. 646a45, al., Ep. -ῆες, old Att. -ῆς S.Aj.188,960 (both lyr.), cf. Hdn. Gr.1.430: acc. pl. βασιλέας IG12.115, later βασιλεῖς ib.2.243, etc.:— king, chief, Hom., etc.: freq. with collat. sense of captain or judge, Hes. Op.202; διοτρεφέες β. Il.2.445, etc.; θεῖοι Od.4.691, etc.; later, hereditary king, opp. τύραννος, Arist.EN1160b3, etc.; but also of tyrants, as Hiero, Pi.O.1.23; of Gelo, Hdt.7.161; of Pisistratus, Eup.123, cf. Sch. Ar.Ach.61: joined with a Subst., βασιλεὺς ἀνήρ Il.3.170, etc.; ἀνὴρ β. Hdt.1.90; ἄναξ β. lord king, A.Pers.5, cf. B.17.1: c. gen., β. νεῶν A. Ag.114 (anap.); οἰωνῶν β., of the eagle, ibid., Pi.O.13.21: Comp. βασιλεύτερος more kingly, Il.9.160,392, Od.15.533, Tyrt.12.7: Sup. βασιλεύτατος Il.9.69.    b of the gods, Ζεὺς θεῶν β. Hes.Th.886, cf. Pi.O.7.34, Emp.128.2, etc. (in this sense Hom. uses ἄναξ); as cult title of Zeus, IG7.3073.90 (Lebad.), SIG1014.110 (Erythrae), etc. (but Ζεὺς β., = Ahuramazda, X.Cyr.3.3.21, al., Arr.An.4.20.3); ὁ μέγας β., of God, LXX Ps.47(48).2, Ph.2.107: Sup. βασιλεύτατοι τῶν θεῶν Max.Tyr.29.5.    2 as a title of rank, prince, β. εἰσὶ καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἐν… Ἰθάκῃ Od.1.394, cf. 8.390, etc.; of Cyrus, X.Oec. 4.16.    b descendant of a royal house, esp. in Ionia, Arist.Ath. 41.3; βασιλέων οἶκοι 'estates of the royal house', name of a district in Chios, Ἀθηνᾶ 20.168.    3 generally, lord, master, Il.18.556, Pi.O.6.47.    4 metaph., πόλεμος πάντων β. Heraclit.53; νόμος ὁ πάντων β. Pi.Fr.169.    II at Athens, the second of the nine Archons, IG12.76, al., Antipho 6.38, Lys.6.4, Arist.Pol.1285b17, Ath. 57, etc.; ἡ τοῦ β. στοά Pl.Euthphr.2a.    2 title of magistrates in other Greek states, as βασιλᾶες at Elis, GDI1152, cf. IG12(2).6 (Mytil.), etc., Arist.Pol.1322b29.    3 at Rome, β. τῶν ἱερῶν, = rex sacrorum, D.H.5.1, cf. D.C.54.27.    III after the Persian war (without Art.), the king of Persia, Hdt.7.174,al.; ἄναξ Ξέρξης β. A.Pers.5, cf. 144, Ar.Ach.61, Th.8.48, IG22.141 (βασιλῆς βασιλέως ὕποχοι μεγάλου, of the Satraps, A.Pers.24, cf. 44, S.E.M.2.22); less freq. ὁ βασιλεύς Hdt.1.132,137, Arist.Pol.1304b13; β. ὁ μέγας Hdt. 1.188.    2 of Alexander and his successors, usually with Art., IG22.641,687, Men.293,340(pl.); Σέλευκος Antiph.187; Ἀντίγονος Alex.III; Πτολεμαῖος Id.244; Ὀσυμανδύας βασιλεὺς βασιλέων D.S. 1.47; title used by Parthian kings, Plu.Pomp.38, D.C.37.6, etc.; by Antony, Plu.Ant.54; of God, Apoc.17.14,19.16.    3 of the Roman emperors, AP10.25 (Antip. Thess.); β. Ῥωμαίων BGU588.10 (i A.D.), etc., cf. 1 Ep.Ti.2.2, J.AJ14.15.14; β. αὐτοκράτωρ IG3.13 (Hadrian), Hdn.1.6.5; without Art., Paus.10.32.19.    IV of any great man, πένησί τε καὶ βασιλεῦσιν Ps.-Phoc.113.    2 first or most distinguished of any class, Ἡρώδην τὸν β. τῶν λόγων Philostr. VS2.10.1, cf. Luc.Rh.Pr.II; winner at a game, Poll.9.106, Sch.Pl. Tht.146a; Stoic sage, μόνος β. Luc.Herm.16; βασιλέως ἐγκέφαλος 'morsel fit for a king', Clearch.5; β. σῦκα, name of a choice kind, Philem.Lex. ap. Ath.3.76f., cf. Poll.6.81.    V = συμποσίαρχος, Plu.2.622a, Luc.Sat.4.    VI wren, Arist.HA592b27.    VII queen-bee, ib.623b9, GA759a20, etc. (The form βασιλέα is scanned in Pi.N.1.39; codd. βασίλεια.)

German (Pape)

[Seite 436] ὁ, βασιλέως, ion. ῆος, acc. βασιλῆ Orak. bei Her. 7, 220 (von βαίνωλαός, Herzog), 1) König, Fürst. Hom. behandelt das Wort öfters als adjectiv., indem er nicht nur βασιλεὺς ἀνήρ verbindet, Iliad. 3, 170, und βασιλεὺς ἄναξ, Odyss. 20, 194, sondern auch einen comparat. βασιλεύτερος bildet und einen superlat. βασιλεύτατος: Iliad. 9, 69 Ἀτρείδη, σὺ μὲνἄρχε· σὺ γὰρ βασιλεύτατός ἐσσι; vgl. Hesiod. bei Plutarch. Thes. 16; Iliad. 9, 160 καί μοι ὑποστήτω, ὅσσον βασιλεύτερός εἰμι; 9, 392 ὁ δ' Ἀχαιῶν ἄλλον ἑλέσθω, ὅς τις οι τ' ἐπέοικε καὶ ὃς βασιλεύτερός ἐστιν; 10, 239 μηδὲ σύ γ' αἰδόμενος σῇσι φρεσὶ τὸν μὲν ἀρείω καλλείπειν, σὺ δὲ χείρον' ὀπάσσεαι αἰδοῖ εἴκων, ἐς γενεὴν ὁρόων, μηδ' εἰ βασιλεύτερός ἐστιν; Odyss. 15, 533 ὑμετέρου δ' οὐκ ἒστι γένος βασιλεύτερον ἄλλο ἐν δήμῳ Ἰθάκης, ἀλλ' ὑμε'ς καρτεροὶ αἰεί Der positiv. βασιλεύς bezeichnet bei Hom. vorzugsweise den, welchen allein man auf Deutsch »den König« nennen würde, d. h. den ersten unter den Häuptlingen u. Großen eines Landes, den Oberkönig; Iliad. 2, 205 οὐ μέν πως πάντες βασιλεύσομεν ἐνθάδ' Ἀχαιοί οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη· εἷς κοίρανος ἔστω, εἷς βασιλεύς, ᾡ ἔδωκε Κρόνου παῖς ἀγκυλομήτεω; 1, 277 sagt Nestor, vom Agamemnon redend, zum Achilleus μήτε σύ, Πηλείδη, ἔθελ' ἐριζέμεναι βασιλῆι ἀντιβίην, ἐπεὶ οὔ ποθ' ὁμοίης ἔμμορε τιμῆς σκηπτοῦχος βασιλεύς, ᾡ τε.Ζεὺς κῦδος ἔδωκεν. Aber das Wort bezeichnet auch die Söhne des wirklichen Königs, ferner die Vornehmen aus anderen Geschlechtern, welche Antheil an der Regierung haben, u. endlich die Söhne dieser Großen: Iliad. 4, 96 πᾶσι δέ κε Τρώεσσι χάριν καὶ κῦδος ἄροιο, ἐκ πάντων δὲ μάλιστα Ἀλεξάνδρῳ βασιλῆι; Odyss. 8. 390 sagt Alkinoos δώδεκα γὰρ κατὰ δῆμον ἀριπρεπέες βασιλῆες ἀρχοὶ κραίνουσι, τρισκαιδέκατος δ' ἐγὼ αὐτός; vgl. 6, 54 τῷ δὲ (dem Alkinoos) θύραζε ἐρχομένῳ ξύμβλητο μετὰ κλειτοὺς βασιλῆας ἐς βουλήν, ἵνα μιν κάλεον Φαίηκες ἀγαυοί; u. von denselben 7, 49 δήεις δὲ διοτρεφέας βασιλῆας δαίτην δαινυμένους; Odyss. 18, 64 sagt Telemachos ξεινοδόκος μὲν ἐγών, ἐπὶ δ' αἰνεῖτον βασιλῆες, Ἀντίνοός τε καὶ Εὐρύμαχος, vielleicht in dem Sinne gesagt wie Odyss. 4, 629. 21, 187 Antinoos u. Eurymachos ἀρχοὶ μνηστήρων heißen; Ἀντίνοον βασιλῆα Odyss. 24, 179; Odyss. 1, 386 sagt Antinoos zum Telemachos μή σέ γ' ἐν Ἰθάκῃ βασιλῆα Κρονίων ποιήσειεν, ὅ τοι γενεῇ πατρώιόν ἐστιν, worauf Telemachos unter Anderm vs. 392 ff erwidert οὐ μὲν γάρ τι κακον βασιλευέμεν· αἶψά τέ οἱ δῶ ἀφνειὸν πέλεται καὶ τιμηέστερος αὐτός. ἀλλ' ἤτοι βασιλῆες Ἀχαιῶν εἰσὶ καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἐν Ἰθάκῃ, νέοι ἠδὲ παλαιοί, τῶν κέν τις τόδ' ἔχῃσιν, ἐπεὶ θάνε δῖος Ὀδυσσεύς. Vgl. hiermit Iliad. 20, 84 Αἰνεία Τρώων βουληφόρε, ποῦ τοι ἀπειλαί, ἃς Τρώων βασι λεῦσιν ὑπίσχεο οἰνοποτάζων, Ἀχιλῆος ἐναντίβιον πολεμίζειν, Scholl. Aristonic. βασιλεῖς δὲ καὶ τοὺς κατὰ μέρος ἄρχοντας λέγει· »δώδεκα γὰρ βασιλῆες ἀριπρεπέες κατὰ δῆμον (Od. 8, 390)«. Iliad. 18, 556 scheint βασιλεύς = Hausherr, Gutsbesitzer zu sein, Scholl. βασιλεύς: νῦν ὁ τοῦ χωρίου δεσπότης. Iliad. 2, 188 ὅν τινα μὲν βασιλῆα καὶ ἔξοχον ἄνδρα κιχείη, Homerisch, βασιλῆα und ἔξοχον ἄνδρα stehn παραλλήλως, Beides bedeutet dasselbe; eben so Iliad. 9, 334 ἄλλα δ'ἀριστήεσσι δίδουγέρα καὶ βασιλεῦσιν. Der (wirkliche) König führt bei Hom. den Oberbefehl im Kriege, hat den Vorsitz in den Versammlungen, verrichtet die Opfer für das Volk u. ist oberster Richter, vgl. Hesiod. Op. 202. 248. 263; seine Würde ist in der Regel erblich, Odyss. 1, 386. Die Könige heißen διοτρεφέες, weil die königl. Würde von Zeus stammt, Iliad. 1, 279. 2, 205, und σκηπτοῦχοι, weil das σκῆπτρον Zeichen der königl. Würde ist, s. bes. Iliad. 2, 101; Odyss. 4, 63 ἀνδρῶν γένος ἐστὲ διοτρεφέων βασιλήων σκηπτούχων; Iliad. 1, 279 Odyss. 2, 231 σκηπτοῦχος βασιλεύς, Iliad. 2, 196 Odyss. 4. 44 διοτρεφέος βασιλῆος; Iliad. 1, 176 διοτρεφέων βασιλήων, 2, 86 σκηπτοῦχοι βασιλῆες; Odyss. 7, 49 διοτρεφέας βασιλῆας die dreizehn Fürsten der Phäaken; 8. 41 σκηπτοῦχοι βασιλῆες die zwölf Fürsten der Phäaken außer Alkinoos, von diesem selber so genannt. – Das Wort βασιλεύς findet sich bei den folgenden Autoren überall; Aeschyl. Pers. 5 ἄναξ Ξέρξης βασιλεύς, vgl. Hom. Odyss. 20, 194; auch die Tyrannen nannte man βασιλεῖς; Anruf an Götter, bes. Zeus; z. B. Aristoph. Nub. 2 ὦ Ζεῦ βασιλεῦ; vgl. Hesiod. Th. 886 Ζεὺς θεῶν βασιλεύς. Von den Perserkriegen an heißt, βασιλεύς schlechthin, meist ohne Artikel, auch ὁ μέγας β., ὁ ἄνω β. u. μέγας β., der Perserkönig, Thuc., Xen. u. Folgde; bei Sp. der römische Kaiser. – Bei den Athenern heißt der zweite Archon βασιλεύς, Antiph. 6, öfter, u. sonst bei Rednern, wie bei Plat. Theaet. 210 d, der die Aufsicht über den gesammten Gottesdienst u. die Leitung der Criminalprocesse hat. – 2) übertr., der Erste, Ausgezeichnetste seiner Art, οἰωνῶν Aesch. Ag. 113; bes. bei Sp., z. B. ἐν λόγοις Luc. rhet. praec. 11.

Greek (Liddell-Scott)

βᾰσῐλεύς: ὁ,γεν.-έως,Ἰων. -ῆος,αἰτ. βασιλέα,συνηρ. βασιλῆ Χρησμ. παρ' Ἡροδ. 7. 220, Εὐρ. Ἀποσπ. 781.25· ὀνομ. πληθ.βασιλεῖς ,Ἰων. -ῆες, παλ. Ἀττ. βασιλῆςΣοφ. Αἴ. 189.959· αἰτ. πληθ. βασιλεῖς ,παλ. Ἀττ. βασιλῆς αὐτόθι 390· ὡσαύτως , βασιλέας Ἀριστ. Πολ. 3.13,25. Βασιλεύς, ἀρχηγός(ἴδε ἐν λ. ἄναξ) ,Ὅμ. · συχνάκις μετὰ τῆς συνακολουθούσης ἐννοίας τοῦ στρατηγοῦ ἢ δικαστοῦ , Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 200· τοῦ Ὁμήρου οἱ βασιλεῖς εἶναι διοτρεφέες Ἰλ. Β. 445, κτλ. , θεῖοι Ὀδ. Δ.691, κτλ. · καὶ βραδύτερον τὸ βασιλικόν ἀξίωμα ἦτο κληρονομικόν , ἀντίθ. τῷ τύραννος (πρβλ. βασιλείᾱ) · ἀλλ' ὑπὸ ποιητῶν ἀπεδίδετο εἰς τυράννους, οἷον τὸν Ἱέρωνα , Πίνδ. Ο.1.35· εἰς τὸν Πεισίστρατον ,Εὔπολ. ἐν Δημ. 33,πρβλ. Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ.Ἀχ. 61.- Ὁ Ὅμηρ. συνάπτει βασιλεὺς ἀνὴρ Ἰλ.Γ.170, κτλ. · ἀνήρ β. Ἡρόδ. 1.90· ἄναξ β., ἄρχων βασιλεύς ,Αἰσχύλ.Πέρσ. 5· μ. γεν., β. νεῶν ὁ αὐτ. Ἀγ. 115· οἰωνῶν β., ἐπὶ τοῦ ἀετοῦ, αὐτόθι. Ὑπάρχει δὲ συγκριτ. βασιλεύτερος, βασιλικώτερος, Ἰλ. Ι.160,392,Ὀδ. Ο.533,Τυρταῖ. 9.7· καὶ ὑπερθ. βασιλεύτατος Ἰλ.Ι.69· (πρβλ. κύων,κύντερος).-Ἐν χρήσει εἰς προσφωνήσεις πρὸς τοὺς θεοὺς κατὰ πρῶτον παρ' Ἡσ. Θ.886 καὶ Πινδ. (διότι ἐπὶ τοιαύτης ἐννοίας ὁ Ὅμ. μεταχειρίζεται τὸ ἄναξ) 2) ἐπὶ τοῦ υἱοῦ τοῦ βασιλέως ,τοῦ ἡγεμόνος ἤ παντὸς λαμβάνοντος μέρος ἐν τῇ κυβερνή-

French (Bailly abrégé)

έως (ὁ) :
I. roi, chef souverain ; particul.μέγας βασιλεύς, ὁ ἄνω βασιλεύς, ὁ βασιλεύς ou simpl. βασιλεύς, le grand roi, le roi de Perse (mais οἱ μεγάλοι βασιλῆς SOPH les rois suprêmes, les rois des rois, càd les Atrides);
II. p. ext. ou p. anal.
1 dans Hom. οἱ βασιλεῖς les chefs de familles qui se partagent le pays;
2 fils de roi, prince;
3 maître de maison;
4 à Athènes, le 2ᵉ des neuf archontes ou archonte-roi;
5 roi d’un festin.
Étymologie: de la R. Βα-, marcher, et de λευ- = rad. de λᾶας, pierre, à cause de l’usage de certains peuples de faire monter sur une pierre pour le montrer à la foule celui qu’on proclamait roi ; selon d’autres, de la R. Βα et de λαός, celui qui fait marcher, càd qui dirige ou gouverne le peuple ; selon d’autres, du dor. βᾶς et de λαός, le maître du peuple -- DELG "il est vain de chercher une étymologie à ce mot…" -- Babiniotis myc. ka-si-re-u « employé de rang inférieur » ; pê emprunt oriental.

English (Autenrieth)

ῆος: king, exercising the functions of commander-in-chief, priest, and judge; pl., βασιλῆες, kings, nobles, chiefs, termed σκηπτοῦχοι, διογενεῖς, διοτρεφεῖς.—Used adjectively w. ἀνήρ, Il. 3.170; ἄναξ, Od. 20.194; hence comp. βασιλεύτερος, sup. βασιλεύτατος, more, most kingly, princely.

English (Slater)

βᾰςῐλεύς (βασιλεύς, -ῆος, -έι, -εῖ, -ῆι, -ῆα, -έ(α), -εῦ; -έες, -ῆες, -εῦσι(ν), -ῆας) of gods or men,
   1 king δεσπόταν, Συρακόσιον ἱπποχάρμαν βασιλῆα Hieron (O. 1.23) τὸ δ' ἔσχατον κορυφοῦται βασιλεῦσι (O. 1.114) βασιλεὺς δ' ἅπαντας ἐν οἴκῳ εἴρετο παῖδα Aipytos (O. 6.47) θεῶν βασιλεὺς ὁ μέγας Zeus (O. 7.34) ἐγχώριοι βασιλῆες αἰεί the family of Epharmostos of Opus (O. 9.56) ξεναπάτας Ἐπειῶν βασιλεὺς Augeas (O. 10.35) “εὕδεις, Αἰολίδα βασιλεῦ;” Bellerophon (O. 13.67) Αἴτνας βασιλεῖ φίλιον ἐξεύρωμεν ὕμνον Deinomenes (P. 1.60) ἀστοῖς καὶ βασιλεῦσιν sc. of Aitna (P. 1.68) ἄλλοις δέ τις ἐτέλεσσεν ἄλλος ἀνὴρ εὐαχέα βασιλεῦσιν ὕμνον (P. 2.14) ναοῦ βασιλεὺς Λοξίας (P. 3.27) ὃς Συρακόσσαισι νέμει βασιλεύς Hieron (P. 3.70) Κρονοῦ παῖδας βασιλῆας ἴδον i. e. the gods (P. 3.94) παρ' ἀνδρὶ φίλῳ εὐίππου βασιλῆι Κυράνας Arkesilas (P. 4.2) σε πεπρωμένον βασιλἔ ἄμφανεν Κυράνᾳ (P. 4.62) βασιλεὺς ἀνέμων Βορέας (P. 4.181) “βασιλεύς, ὅστις ἄρχει ναόςJason (P. 4.229) βασιλεύς ἐσσι μεγαλᾶν πολίων (post ἐσσί distinxit Rose: i. e. Arkesilas) (P. 5.15) ἄτερθε δὲ πρὸ δωμάτων ἕτεροι λαχόντες Ἀίδαν βασιλέες ἱεροὶ ἐντί the dead kings of Cyrene (P. 5.97) βασιλεὺς Γιγάντων Porphyrion (P. 8.17) Ὑψέος εὐρυβία, ὃς Λαπιθᾶν ὑπερόπλων τουτάκις ἦν βασιλεύς (P. 9.14) οὐρανοῦ βασιλῆες πόντου τ the gods (N. 4.67) ὕμνος δὲ τῶν ἀγαθῶν ἐργμάτων βασιλεῦσιν ἰσοδαίμονα τεύχει φῶτα (N. 4.84) Ζεὺς ἀθανάτων βασιλεύς (N. 5.35) βασιλῆα δὲ θεῶν πρέπει (N. 7.82) ἔβλαστεν δ' υἱὸς Οἰνώνας βασιλεὺς χειρὶ καὶ βουλαῖς ἄριστος Aiakos (N. 8.7) ἀθανάτων βασιλεὺς (N. 10.16) Ζηνί τε ἅδον βασιλέι (I. 8.18) ψυχὰς ἐκ τᾶν βασιλῆες ἀγαυοὶ καὶ σθένει κραιπνοὶ σοφίᾳ τε μέγιστοι ἄνδρες αὔξοντ fr. 133. 3. ]λαῶν ξενοδαίκτα βασιλῇος ἀτασθαλίᾳ κοτέων θαμά (βασιλῆ[ος] ὃς etiam possis: i. e. Laomedon) fr. 140a. 56 (30). ]βασιλη fr. 215c. 4. met., Νόμος ὁ πάντων βασιλεὺς θνατῶν τε καὶ ἀθανάτων fr. 169. 1. τίς γὰρ θεῶν ναοῖσιν οἰωνῶν βασιλέα δίδυμον ἐπέθηκ; (τὸν αἰετόν· φησὶ δὲ τὸ κατὰ τοὺς ναοὺς τῶν θεῶν ἀέτωμα. Σ.) (O. 13.21)

English (Abbott-Smith)

βασιλεύς, -έως, ὁ, [in LXX chiefly for מֶלֶךְ;]
a king: Mt 1:6 2:1; used by courtesy of Herod the Tetrarch, Mt 14:9; of the Roman Emperor, as freq. in κοινή (Deiss., LAE, p. 367), I Pe 2:13, 17; of the Christ, in the phrase ὁ β. τ. Ἰουδαίων, Mt 2:2, al.; τοῦ Ἰσραήλ, Mk 15:32, Jo 1:50 12:13; of God, Mt 5:35, I Ti 1:17, Re 15:3; β. βασιλέων, Re 17:14 19:16; β. τ. βασιλευόντων, I Ti 6:15 (on the associations of the word to Jewish Hellenists, v. Cl. Rev., i, 7).†

English (Strong)

probably from βάσις (through the notion of a foundation of power); a sovereign (abstractly, relatively, or figuratively): king.

English (Thayer)

βασιλέως, ὁ, leader of the people, prince, commander, lord of the land, king; universally: οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, L T Tr WH omit τῆς γῆς), etc.; τῶν ἐθνῶν, Xenophon, oec. 4,16; " reges Syriac, regis Antiochi pueros, scitis Romae nuper fuisse," Cicero, Verr. 2:4,27, cf. de senectute 17,59; (Vergil Aen. 9,223)); of a Roman emperor, Josephus, b. j. 5,13, 6; Herodian, 2,4, 8 (4Bekker); of the son of the emperor, ibid. 1,5, 15 (5 Bekker)); of the Messiah, ὁ βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων, τοῦ Ἰσραήλ, in both passages and (Griesbach in the latter; see βασιλεία, 3e.); of God, the supreme ruler over all, αἰών, 2); βασιλεύς βασιλέων, ὁ βασιλεία τῶν βασιλευόντων, Philo de decal. § 10); cf. (κύριος τῶν βασιλειῶν, κύριος τῶν κυρίων, Plutarch, Pomp. § 38,1)).

Greek Monotonic

βᾰσῐλεύς: ὁ, γεν. -έως, Ιων. -ῆος, αιτ. βασιλέα και συνηρ. βασιλῆ, ονομ. πληθ. βασιλεῖς, Ιων. -ῆες, παλ. Αττ. βασιλῆς, αιτ. πληθ. βασιλεῖς, παλιός Αττ. βασιλῆς·
I. 1. βασιλιάς, αρχηγός, σε Όμηρ.· έπειτα, κληρονομικός άρχοντας, αντίθ. προς το τύραννος, σε Ηρόδ., Αττ.· ἄναξ βασιλεύς, άρχοντας βασιλιάς, σε Αισχύλ.· με γεν., βασιλεὺς νεῶν, στον ίδ.· οἰωνῶν βασιλεύς, των πουλιών, στον ίδ.· ο Όμηρος έχει έναν συγκρ. βασιλεύτερος, βασιλικότερος, και υπερθ. βασιλεύτατος, ο πιο βασιλικός.
2. λέγεται για το γιο του βασιλιά, τον πρίγκηπα ή για οποιονδήποτε μοιράζεται τη διακυβέρνηση, σε Ομήρ. Οδ.
3. γενικά, άρχοντας, αφέντης, οικοδεσπότης, σε Ομήρ. Ιλ., Πίνδ.
II. στην Αθήνα, ο δεύτερος από τους εννέα άρχοντες αποκαλούνταν «βασιλεύς»· ήταν υπεύθυνος για τις δημόσιες τελετές και την διεξαγωγή των δικών με αντικείμενο εκδίκασης δολοφονίες στο δικαστήριο, σε Πλάτ. κ.λπ.
III. μετά τους Περσικούς πολέμους, ο βασιλιάς της Περσίας ονομαζόταν «βασιλεὺς» (χωρίς το άρθρο), σε Ηρόδ., Αττ.· σπανιότερα απαντά η φράση «ὁβασιλεύς» ή «ὁ μέγας βασιλεύς», σε Ηρόδ. (αμφίβ. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

βασιλεύς: έως adj. царственный, могущественный (βασιλεύτερος καὶ προγένεστερος, σὺ γὰρ βασιλεύτατός ἐσσι Hom.).
βᾰσῐλεύς: έως, эп.-ион. ῆος и έος ὁ
1) царь, властелин, повелитель, предводитель Hom.: οἱ μεγάλοι βασιλῆς Soph. = οἱ Ἀτρεῖδαι; ὁ μέγας β. Her. и ὁ ἄνω β. Xen., тж. (ὁ) β. Thuc., Arph., Xen., Dem. = ὁ τῶν Περσῶν β.;
2) царский сын, царевич Xen.;
3) (в Афинах) архонт-басилевс Lys., Plat., Arst.;
4) (= συμποσίαρχος) председатель пира Plut., Luc.;
5) (в Риме, после Августа) император NT;
6) птица крапивник (Troglodytes parvulus), по друг. - королек (Regulus cristatus) Arst.;
7) зоол. пчелиная матка, царица (τῶν μελιττῶν Arst.).

Etymological

Grammatical information: m.
Meaning: king, esp. the Persian king, prince' (Il.).
Dialectal forms: Myc. qasireu \/gʷasileus\/; qasireija, qasirewijote.
Derivatives: Femin.: βασίλεια (Od.); βασιλίς (S.), βασιληΐς (Man., Epigr. Gr. 989, 3), βασίλισσα (inscr. Athens 337a, Com.; from words like Κίλισσα, Φοίνισσα a.o. to stems in -ικ-); βασίλιννα wife of the ἄρχων βασιλεύς in Athens (D.; cf. Κόριννα, Φίλιννα etc., hypocor., Schwyzer 491; diff. Chant. Form. 205). - Diminut. βασιλίσκος, also name of a snake, fish etc.. (Hp.; cf. Strömberg Fischnamen 91f.), - Adj. βασιλήϊος (Od.), βασίλειος (Att.); f. also βασιληΐς (Il.); n. substantivised βασιλήϊον, βασίλειον, kings palace (Ion.-Att.) - Denom. verb: βασιλεύω (Il.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Beside βασιλεύς Greek has two other words for king, κοίρανος (q. v.) and ἄναξ (q. vv.). βασιλεύς is the youngest, s. Wackernagel Unt. 209ff. The word is no doubt of Pre-Greek origin (i.e. not a loanword from another country); labio-velars are well known in this language.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βασιλεύς -έως, ὁ sing. gen. ep. -ῆος, Ion. -έος, Aeol. -ίληος, dat. -εῖ, ep. -ῆι, Ion. -έι, acc. -έα, -ῆ, ep. -ῆα ; plur. nom. -εῖς, Att. -ῆς, ep. -ῆες, Ion. -έες, Aeol. -σίληες, gen. -έων, ep. -ήων, dat. -εῦσι, acc. -έας, -εῖς, ep. -ῆας
1. koning, vorst; ook van goden ; Ζεὺς δὲ θεῶν βασιλεύς Zeus, de koning der goden Hes. Th. 886; christ..; βασιλεὺς βασιλέων koning der koningen NT Apoc. 17.14; vanaf de vijfde eeuw spec. de koning van Perzië ; βασιλέος... μέλλοντος διαβαίνειν toen de koning op het punt stond de oversteek te maken Hdt. 7.174; als specificatie bij ἀνήρ:; βασιλεὺς ἀνήρ koning Il. 3.170; adj. met comp. βασιλεύτερος en superl. βασιλεύτατος :. ὃς βασιλεύτερός ἐστι die een grotere koning is (dan ik) Il. 9.392; σὺ γὰρ βασιλεύτατός ἐσσι want jij bent de grootste koning Il. 9.69.
2. overdr.
3. van dieren of abstracta :. οἰωνῶν βασιλεύς koning van de vogels (adelaar) Aeschl. Ag. 115; πόλεμος... πάντων... βασιλεύς oorlog is de heerser over allen Heraclit. B 53.
4. van mensen, ter aanduiding van de voornaamste of winnaar :. βασιλέα μόνον ἐφ ’ ἁπάντων γενέσθαι τῷ ἀστραγάλῳ κρατήσαντα door winst bij het dobbelen alleenheerser over allen te worden Luc. 61.4; βασιλεὺς ἐν τοῖς λόγοις koning van het gesproken woord Luc. 41.11.
5. in Athene een van de archonten archon basileus :. θυσίαι κατελείφθησαν τοῖς βασιλεῦσι μόνον alleen offers zijn de taak van de ‘koningen’ gebleven Aristot. Pol. 1285b17.

Middle Liddell

[deriv. uncertain]
I. a king, chief, Hom.: later it was an hereditary king, opp. to τύραννος, Hdt., attic; ἄναξ β. lord king, Aesch.: c. gen., β. νεῶν Aesch.; οἰωνῶν β., of the eagle, Aesch.:—Hom. has a comp. βασιλεύτερος more of a king, more kingly, Sup. βασιλεύτατος most kingly.
2. of the king's son, prince, or any one sharing in the government, Od.
3. generally, a lord, master, householder, Il., Pind.
II. at Athens, the second of the nine Archons was called βασιλεύς; he had charge of the public worship, and the conduct of criminal processes, Plat., etc.
III. after the Persian war, the king of Persia was called βασιλεύς (without the Art.), Hdt., attic; more rarelyβασιλεύς, or ὁ μέγας βας. Hdt.