Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄφιλος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἄφῐλος Medium diacritics: ἄφιλος Low diacritics: άφιλος Capitals: ΑΦΙΛΟΣ
Transliteration A: áphilos Transliteration B: aphilos Transliteration C: afilos Beta Code: a)/filos

English (LSJ)

ον, of persons, A friendless, A.Ch.295, S.El.819, Pl.Lg. 730c, R.580a; ἄ. ἔρημον ἄπολιν S.Ph.1018; ἄκλαυτος ἄ. Id.Ant.876 (lyr.): c. gen., ἄ. φίλων E.Hel.524 (lyr.); τὸ ἄ. Ph.2.662. II of persons and things, unfriendly, hateful, A.Th.522, S.OC186; ἄφιλα παρ' ἀφίλοις ἔπεσε . . Ἀτρείδαις Id.Aj.620; λίαν ἄφιλον φαίνεται Arist. EN1101a23; unsociable, γῆρας S.OC1237: perh., c. gen., hostile to, ἀσφαλείας Phld.Lib.p.36O.; τὸ λαθραιοπραγεῖν -ώτατον ib.p.20 O., cf. Carneisc.Herc.1027.16. Adv. -λως in unfriendly manner, A.Ag. 805.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 412] 1) ohne Freunde, Aesch. Ch. 293; Soph. Phil. 228; φίλων Eur. Hel. 531; Plat Legg. V, 730 c; unangenehm, γῆρας Soph. O. C. 1238. – 2) feindlich, Aesch. Spt. 504; neben ἄδικος Plat. Rep. IX, 580 a; Sp. Beide Bdign vrbdt Soph. Ai. 611 ἄφιλα ἔργα παρ' ἀφίλοις Ἀτρείδαις.

Greek (Liddell-Scott)

ἄφῐλος: -ον, ἐπὶ ἀνθρώπων, ὁ μὴ ἔχων φίλους, Αισχύλ. Χο. 295, Σοφ. Ἠλ. 819, Πλάτ. Νόμ. 730C· ἄφ., ἔρημον, ἄπολιν Σοφ. Φ. 1018· ἄκλαυτος, ἄφιλος, ὁ αὐτ. Ἀντ. 876· μετὰ γεν., ἄφ. φίλων Εὐρ. Ἐλ. 524, ΙΙ) ἐπὶ ἀνθρώπων καὶ πραγμάτων, οὐχὶ φιλικός, μισητός, ἀπεχθής, Αἰσχύλ. Θήβ. 524. Σοφ. Ο. Κ. 186, Πλάτ. Πολ. 580Α· ἄφιλα παρ’ ἀφίλοις ἔπεσε [΄Ατρείδαις] Σοφ. Αἴ. 620. - Ἐπίρρ. ἀφίλως, κατὰ τρόπον οὐχὶ φιλικόν, Αἰσχύλ. Ἀγ. 805.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 sans amis;
2 ennemi, hostile;
3 désagréable, déplaisant.
Étymologie: ἀ, φίλος.

Spanish (DGE)

-ον
I 1carente de amigos de pers. ἄτιμον κἄφιλον A.Ch.295, ἄφιλον ἔρημον ἄπολιν S.Ph.1018, ἄκλαυτος, ἄ. S.Ant.876, ἄ. ... πᾶς ὅ γε ἄπιστος καὶ ἀμαθής Pl.Lg.730c, cf. R.580a, οὐδ' αὖ οὕτως ἄπορος ἦν οὐδ' ἄ. D.53.1, c. gen. ἀ. φίλων E.Hel.524, cf. A.D.Adu.134.13, Coni.231.28.
2 poco amistoso, enemigo de pers. y abstr. δέμας A.Th.522, ὅ τι καὶ πόλις τέτροφεν ἀποστυγεῖν ἄφιλον S.OC 186, γῆρας ἄ. S.OC 1237, ἄφιλα τὰ πρότερα φίλα τιθέμενος E.Tr.288, τὸ δυστυχές E.HF 561, λίαν ἄφιλον φαίνεται (la idea de que la suerte de los descendientes no contribuye a la situación de los muertos), Arist.EN 1101a23, sup. τὸ λαθραιοτραγεῖν ἀ[φ] ιλώτατον Phld.Lib.20, neutr. plu. adv. ἄφιλα παρ' ἀφίλοις ἔπεσε ... Ἀτρείδαις S.Ai.620
c. gen. hostil a ἀσφαλείας Phld.Lib.36, cf. Plot.1.4.15.
II adv. -ως con enemistad οὐδ' ἀ. A.A.805.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἄφιλος, -ον)
ο χωρίς φίλους, χωρίς αγαπητά πρόσωπα
αρχ.
1. μη φιλικός, μισητός
2. ο μη κοινωνικός.

Greek Monotonic

ἄφῐλος: -ον, I. λέγεται για πρόσωπα, αυτός που δεν έχει φίλους, σε Τραγ.
II. εχθρικός, μισητός, στο ίδ.· επίρρ. ἀφίλως, με μισητό τρόπο, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

ἄφῐλος:
1) (тж. ἄ. φίλων Eur.) не имеющий друзей Trag., Plat., Arst., Plut.;
2) недружелюбный, неприязненный Aesch., Soph., Plat.;
3) неприятный, тягостный (γῆρας Soph.).

Middle Liddell


I. without friends, friendless, Trag.
II. unfriendly, hateful, Trag.—adv. ἀφίλως in unfriendly manner, Aesch.