Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄδικος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: ἄδῐκος Medium diacritics: ἄδικος Low diacritics: άδικος Capitals: ΑΔΙΚΟΣ
Transliteration A: ádikos Transliteration B: adikos Transliteration C: adikos Beta Code: a)/dikos

English (LSJ)

ον, (δίκη) of persons,

   A wrongdoing, unrighteous, unjust: ἄνθρωποι Hes.Op.260: Comp. -ώτερος ib.272; δίκαν ἐξ ἀδίκων ἀπαιτῶ A.Ch.398 (lyr.): Sup. -ώτατος S.Tr.1011 (lyr.): ἄ. εἴς τι unjust in a thing, ἔς τινα towards a person, Hdt.2.119; εἰς χρήματα X. Cyr.8.8.6; περί τινα ib.27; ἄ. [ἐν τῷ ἀστραγαλίζειν] one who plays unfairly, Pl.Alc.1.110b: c. inf., so unjust as to... Ep.Heb.6.10.    2 ἄ. ἵπποι obstinate, unmanageable, X.Cyr.2.2.26; ἄ. γνάθος the hard mouth of a horse, Id.Eq.3.5.    II of things, unjust, unrighteous, ἔργα Hes.Op.334, Hdt.1.5; ἕργματα Thgn.380, Sol.13.12; ἄδικα φρονέειν Thgn.395; ἄ. λόγος freq. in Ar.Nu.; ἄρχειν χειρῶν ἀ. begin an assault, Antipho 4.2.1, Lys.4.11, cf. X.Cyr.1.5.13, D.47.39; τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἄ., τὰ δίκαια καὶ τὰ ἄ. right and wrong, Pl.Grg.460a, etc.; πλοῦτος ἄ. ill-gotten, unrighteous, Isoc.1.38; ζυγὸν ἄ. LXX Am.8.5; νομὴ ἄ. οὐδὲν ἰσχύει PTeb.286.7 (ii A.D.); ἡ ἄ. . . συναγωγὴ ἀνδρὸς καὶ γυναικός the unrighteous union, Pl.Tht.150a; ἄ. δίκη vexatious suit, Cratin.19D.    2 of the punishment of wrongdoing, Ζεὺς νέμων ἄδικα κακοῖς A.Supp.404 (lyr.), cf. E.Or.647.    III ἄ. ἡμέρα, i.e. ἄνευ δικῶν, a day on which the courts were shut, Luc.Lex.9: δίκαιος ἄ. who has not appeared in court, Archipp.46.    IV Adv. -κως Sol.13.7, A.Ag.1546; τοὺς ἀ. θνῄσκοντας S.El.113 (anap.); εἴτε ὦν δὴ δικαίως εἴτε ἀ. jure an injuria, Hdt.6.137; δικαίως καὶ ἀ. Pl. Lg.743b; οὐκ ἀ. not without reason, h.Merc.316, Simon.89.3, Pl.Phd. 72a.

German (Pape)

[Seite 35] ον (δίκη), ungerecht, zuerst Hes. O. 262. 336; ἀδικώτερος 174; Pind. ἀπ' ἀδίκων ἔχειν ψυχάν Ol. 2, 76, fern vom Unrecht; ἔργα Her. 1, 5; γνῶμαι 1, 96; sehr häufig bei den Attikern, sowohl Trag. als Prosa, bes. von Personen u. von der Gesinnung: φρένες Antig. 786; φρόνημα Aesch. Ch. 990; ἄδικος περί τινα Xen. Cyr-8, 8, 27 An. 1, 6, 8, gegen Jemand; τὸ ἄδικον u. τὰ ἄδικα stehen oft substantivisch, das Unrecht; χεῖρες ἄδ., thätliche Beleidigungen, s. αἰκία, wohin ἀδίκων ἄρχειν, Ael. V. H. 1, 14, gehört; ἄδ. λόγος, eine sich des Unrechts annehmende Rede, Ar. Nub. 890. – Adv. ἀδίκως, mit Unrecht, οὐκ ἀδίκως, mit Recht, H. h. Merc. 316; Plat. Phaed. 72 a; – ἡμέρα ἄδ., dies nefastus, wo kein Gericht gehalten wird, Luc. Lexiph. 9, als harter Ausdruck getadelt von Poll. 7, 25.

Greek (Liddell-Scott)

ἄδῐκος: -ον, (δίκη) ἐπὶ προσώπων, ὁ πράττων τι παρὰ τὸ δίκαιον, ἄδικος, πρῶτον παρ’ Ἡσ. Ἔργ. καὶ Ἡμ. 258, 332˙ ἀδικώτερος, αὐτόθι 270˙ ἀκολούθως παρ’ Ἡροδ. 2. 119, καὶ ἀλλ., καὶ λίαν συχν. παρ’ Ἀττ., δίκαν ἐξ ἀδίκων ἀπαιτῶ, Αἰσχύλ. Χο. 398, πρβλ. Ἱκ. 404, κτλ.˙ ἀδικώτατος, Σοφ. Τρ. 1011: -ἄδ. εἴς τι, δηλ. ὡς πρός τι πρᾶγμα˙ - ἔς τινα, πρός τινα ἄνθρωπον, Ἡρόδ. ἔνθ’ ἀνωτ.˙ περί τινα, Ξεν. Κύρ. 8. 8, 6 καὶ 27˙ μετ’ ἀπαρ., τόσον ἄδικος ὥστε νὰ ... Ἐπ. πρὸς Ἑβρ. ϛ΄, 10. 2) ἄδ. ἵπποι = δυστράπελοι, ἀτίθασοι, ἀκυβέρνητοι, Ξεν. Κύρ. 2. 2, 26˙ οὕτως, ἄδ. γνάθος, εἶνε τὸ σκληρὸν στόμα ἵππου, ὁ αὐτ. Ἱππ. 3. 5˙ πρβλ. ἀδικόμαχος. ΙΙ. ἐπὶ πραγμάτων, τὸ ἀδίκως πεπραγμένον, τὸ κακόν, τὸ βλαβερόν, τὸ ἄδικον, ἔργματα, Θέογν. 380, Σόλων 15. 33˙ ἄδικα φρονέειν, Θέογν. 395˙ ἔργα, Ἡροδ. 1. 5: -ἄδ. λόγος, συχν. ἐν Ἀριστοφ. Νεφ: - ἀδίκων χειρῶν ἄρχειν = ἀρχίζω πρῶτος ἐγὼ νὰ ἀδικῶ, νὰ ἐπιτίθεμαι, Ἀντιφῶν 126. 6˙ Ξεν. Κυρ. 1. 5, 13˙ τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἄδ., τὰ δίκαια καὶ ἄδικα, Πλάτ. Γοργ. 460Ε, κτλ.˙ ἄδ. πλοῦτος = κακῶς, ἀδίκως κτηθείς, Ἰσοκρ. 10D ἡ ἄδικος ... ξυναγωγὴ ἀνδρὸς καὶ γυναικός, ἡ ἄδικος, κακὴ ἕνωσις, Πλάτ. Θεαίτ. 150Α, πρβλ. Ἑρμάν. Opusc. 1. 77. ΙΙΙ. ἄδ. ἡμέρα, ὅ ἐ. ἄνευ δικῶν, ἡμέρα, καθ’ ἣν τὰ διακστήρια ἦσαν κεκλεισμένα, Λατ. dies nefastus. Λουκ. Λεξιφ. 6˙ πρβλ. Ἄρχιππ. Ἄδηλ. 4. IV. Ἐπίρρ. -κῶς, Σόλων 13, 7, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1546˙ τοὺς ἀδ. θνήσκοντας, Σοφ. Ἠλ. 113˙ εἴτε ὦν δὴ δικαίως εἴτε ἄδ., Ἡρ. 6. 137˙ δικαίως καὶ ἀδ., Πλάτ. Νομ. 743Β˙ οὐκ ἀδ., οὐχὶ ἄνευ λόγου, Ὕμ. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 316, Σιμων. 92, Λυσίας 96. 5, Πλάτ. Φαίδων 72Α.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 injuste, qui fait tort ; τὸ ἄδικον, τὰ ἄδικα l’injustice, l’injuste ; χεῖρες ἄδικοι agression injuste ; ἄρχειν χειρῶν ἀδίκων ÉL être l’agresseur;
2 indocile, rétif.
Étymologie: ἀ, δίκη.

English (Slater)

ᾰδῐκος, -ον
   1 unjust, wrong ἄδικον οὔθ' ὑπέροπλον ἥβαν δρέπων (P. 6.48) n. pl. pro subs., ἀπὸ πάμπαν ἀδίκων ἔχειν ψυχάν (O. 2.69)

Spanish (DGE)

(ἄδῐκος) -ον
A I1impío, que viola la ley divina Σαλμωνεύς Hes.Fr.10.3, ἄ. Ἐχίονος γόνον E.Ba.995, op. εὐσεβής 2Ep.Petr.2.9, βιβλία Call.Fr.191.11, φθέγγεσθαι ἄδικα hablar impiedades LXX Sap.1.8.
2 que realiza daño físico o moral esp. ofensor, agresor ἄρχειν χειρῶν ἀ. Antipho 4.2.1, Lys.4.11, X.Cyr.1.5.13, D.47.39
pérfido Call.Fr.556
de abstr. vejatorio λαβεῖν χρή μ' ἀντὶ τοῦδε τοῦ κακοῦ ἄ. τι παρὰ σοῦ E.Or.647
en neutr. plu. daños, males νέμων ... ἄδικα μὲν κακοῖς distribuyendo castigos a los malos A.Supp.404, cf. Plu.2.82f.
3 gener. injusto, en contra de la justicia ἄνθρωποι Hes.Op.260, ἀνήρ Hes.Op.272, δίκαν ἐξ ἀδίκων ἀπαιτῶ A.Ch.398, δίκας τ' ἀδίκους νικᾶν ἐπὶ κέρδεσιν αἰσχροῖς Cratin.353, πάντων Ἑλλάνων ἀδικώτατοι ἀνέρες S.Tr.1011, ὁ ἄ. οὐχ ἑκὼν ἄ. Pl.Lg.731c, οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων ... ἄ. Eu.Luc.18.11, ἄ. ἐς Αἰγυπτίους injusto con los egipcios Hdt.2.119, περὶ ἐμέ X.An.1.6.8, εἰς χρήματα en relación con el dinero X.Cyr.8.8.6
c. inf. οὐ γὰρ ἄ. ὁ θεὸς ἐπιλαθέσθαι τοῦ ἔργου ὑμῶν Ep.Hebr.6.10
tramposo ἄ. (ἐν τῷ ἀστραγαλίζειν) Pl.Alc.1.110b
de cosas ἔργα ἄ. Hes.Op.334, Hdt.1.5, ἔργματα Thgn.380, Sol.1.12, γάμοι Nonn.D.2.130, πλοῦτος Isoc.1.38, νομὴ ἄ. οὐδὲν ἰσχύει PTeb.286.7 (II d.C.), δίκαια κἄδικα causas justas e injustas Ar.Nu.99, λόγος ἄ. razonamiento para ganar una causa injusta Ar.Nu.116, ἀνάγκη αὐτὸν εἰδέναι τὰ δίκαια καὶ τὰ ἄ. Pl.Grg.460a
ilícito συναγωγὴ ἀνδρὸς καὶ γυναικός Pl.Tht.150a
fraudulento ποιῆσαι ζυγὸν ἄδικον hacer fraudulento el peso LXX Am.8.5, τὸ χαλκοῦν (μέτρον) ἄ. ἐστι la (medida) de bronce es fraudulenta, POxy.717.10 (I a.C.).
4 de anim. que no obedece a la doma, indócil ἵπποι X.Cyr.2.2.26, γνάθος ἄ. de caballos que tienen boca dura X.Eq.3.5.
II dañado, perjudicado τὰ ἐντὸς ἄ. γίγνεται de perros enfermos, X.Cyn.7.4.
III adv. -ως
1 contra la norma o razón οὐκ ἀ. h.Merc.316, Simon.87D., cf. Pl.Phd.72a.
2 injustamente χρήματα ... ἀ. πεπᾶσθαι Sol.1.7, ἀ. ἐπικρᾶναι A.A.1546, τοὺς ἀ. θνῄσκοντας S.El.113, εἴτε ὦν δὴ δικαίως εἴτε ἀ. Hdt.6.137, δικαίως καὶ ἀ. Pl.Lg.743b, ἀ. ἀθροίσας E.Or.648, πάσχειν 1Ep.Petr.2.19.
B ἡμέρα día en el que no hay procesos Luc.Lex.9
de pers. δίκαιος ἄ. hombre honrado que no ha sido demandado Archipp.51.

English (Abbott-Smith)

ἄδικος, -ον (< δίκη), [in LXX for שׁקר, עול, etc. ;]
1.unjust: Ro 3:5, He 6:10.
2.unrighteous, wicked: Lk 16:11 18:11, Ac 24:15, I Co 6:1,9 I Pe 3:18; opp. to δίκαιος, Mt 5:45; to εὐσεβής, II Pe 2:9; to πιστός, Lk 16:10 (Cremer, 200). †

English (Strong)

from Α (as a negative particle) and δίκη; unjust; by extension wicked; by implication, treacherous; specially, heathen: unjust, unrighteous.

English (Thayer)

(δίκη) (from Hesiod down); descriptive of one who violates or has violated justice:
1. unjust (of God as judge): of one who breaks God's laws, unrighteous, sinful (see ἀδικία, 2): (δίκαιος, εὐσεβής, ἄδικοι, ἁμαρτωλός, b. β.).
3. specifically, of one who deals fraudulently with others, πιστός); deceitful, μαμωνᾶς, ibid. ἀδικία, 2b.).

Greek Monotonic

ἄδῐκος: -ον (δίκη),
I. 1. λέγεται για πρόσωπα, αυτός που πράττει το άδικο, ανέντιμος, μη ενάρετος, άδικος, σε Ησίοδ., Ηρόδ. κ.λπ.· ἀδικώτατος, σε Σοφ.· ἄδικος εἴς τι, άδικος ως προς κάτι· ἔς τινα, προς, απέναντι σε κάποιον άνθρωπο, σε Ηρόδ.· περί τινα, σε Ξεν.· με απαρ., τόσο άδικος ώστε να..., σε Καινή Διαθήκη
2. ἄδικοι ἵπποι, ξεροκέφαλοι, ατίθασοι, ακυβέρνητοι, αδάμαστοι, σε Ξεν.
II. λέγεται και για πράγματα, τα αδίκως πεπραγμένα, το κακό, το άδικο, το βλαβερό· ἔργματα, σε Θέογν., Ηρόδ. κ.λπ.· τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἄδικον, τὰ δίκαια καὶ ἄδικα, το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο, σε Πλάτ.
III. επίρρ. -κως, σε Σόλωνα κ.λπ.· τοὺς ἀδίκως θνήσκοντας, σε Σοφ.· εἴτε δικαίως εἴτε ἀδίκως, jure an injuria, σε Ηρόδ.· οὐκ ἀδίκως, όχι άνευ λόγου, όχι άνευ δίκαιας αιτίας, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἄδῐκος:
1) несправедливый, неправильно поступающий (ἔς τινα Her., тж. πρός и περί τινα Xen., Plat.): περιπίπτειν ἀδίκοισι γνώμῃσι Her. быть жертвой несправедливых приговоров; ἄδικα ἐργα Her. и χεῖρες ἄδικοι Xen. обиды, насилия; ἄρχειν χειρῶν ἀδίκων Xen., Dem. прибегать к насилию первым, быть обидчиком;
2) неправедный, неправый, нечестный (φρόνημα Aesch.; φρένες Soph.): πλοῦτος ἄ. Isocr. нечестно нажитое богатство;
3) незаконный (ξυναγωγὴ ἀνδρὸς καὶ γυναικός Plat.);
4) плохой, негодный (οἰκέτης, ἵππος Xen.);
5) свободный от судебных заседаний, неприсутственный (лат. nefastus) (ἡμέρα Luc.).

Middle Liddell

δίκη
I. of persons, wrong-doing, unrighteous, unjust, Hes., Hdt., etc.; ἀδικώτατος Soph.:— ἄδ. εἴς τι unjust in a thing, ἔς τινα towards a person, Hdt.; περί τινα Xen.; c. inf. so unjust as to . . NTest.
2. ἄδ. ἵπποι obstinate, unmanageable, Xen.
II. of things, wrongly done, wrong, unjust, ἔργματα Theogn., Hdt., etc.; τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἄδ., τὰ δίκαια καὶ ἄδικα right and wrong, Plat.
III. adv. -κως, Solon, etc.; τοὺς ἀδ. θνήσκοντας Soph.; εἴτε δικαίως εἴτε ἀδ. jure an injuria, Hdt.; οὐκ ἀδ. not without reason, Plat.

Chinese

原文音譯:¥dikoj 阿-笛可士
詞類次數:形容詞(12)
原文字根:不-義 相當於: (עָוֶל‎ / עַוְלָה‎ / עֹלָה‎ / עֹלָתָה‎)
字義溯源:不義的,不當的,不公義的,惡的;由(α / ἄλφα)= (ἄνευ)*=不)與(δίκη / καταδίκη)*=公正)組成。參讀 (ἀδίκως)的比較
出現次數:總共(13);太(1);路(4);徒(1);羅(1);林前(2);來(1);彼前(1);彼後(2)
譯字彙編
1) 不義(4) 路16:10; 路16:11; 路18:11; 羅3:5;
2) 不義的(3) 路16:10; 林前6:9; 彼前3:18;
3) 不義的人(3) 太5:45; 林前6:1; 彼後2:9;
4) 他們行不義的(1) 彼後2:13;
5) 惡(1) 徒24:15;
6) 不公義(1) 來6:10