Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμαθής

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: ἀμαθής Medium diacritics: ἀμαθής Low diacritics: αμαθής Capitals: ΑΜΑΘΗΣ
Transliteration A: amathḗs Transliteration B: amathēs Transliteration C: amathis Beta Code: a)maqh/s

English (LSJ)

ές, (μαθεῖν)

   A ignorant, stupid, Hdt.1.33, Democr.169, etc.; ἔθνεα ἀμαθέστατα Hdt.4.46; ἀνὴρ πένης, εἰ καὶ γένοιτο μὴ ἀ. E. Supp.421, al., Ar.Nu.135; ἀ. καὶ βδελυρός Id.Eq.193; ἀμαθεστάτους πάντων ἀνθρώπων And.2.2; ἀ. τὴν [ἐκείνων] ἀμαθίαν Pl.Ap.22e; opp. δεξιός, Th.3.82; of animals, such as wild boars, unmanageable, θυμώδη καὶ ἀ. Arist.HA488b14: c. gen. rei, without knowledge of a thing, unlearned in it, -έστερος τοῦ καλοῦ E.Or.417; λῃστείας Th. 4.41, cf. 3.37; ἀ. περί τινος Pl.Erx.394e; τι La.194d; πρός τι Lg. 679d. Adv. -θῶς ignorantly, through ignorance, ἥμαρτον E.Ph.874: Comp. -έστερον, τῶν νόμων ὑπεροψίας παιδεύεσθαι to be educated with too little learning to despise the laws, Th.1.84; -έστερόν πως εἰπὲ καὶ σαφέστερον less learnedly, Ar.Ra.1445.    b of moral defects, unfeeling, inhuman, ἀ. τις εἶ θεός E.HF347.    2 of things, ἀ. παρρησία boorish freedom of speech, E.Or.905; ἀ. ῥώμη brute force, Id.Fr.732; ἀ. δύναμις Plu.Demetr.42; ἀ. φρόνημα barbarous pride, E.Heracl.459.    II not heard of, unknown, ἀ. ἔρρει E.Ion916. Adv. ἀμαθῶς, χωρῆσαι, of events, to take an unforeseen course, Th.1.140.

German (Pape)

[Seite 114] ές, 1) zuerst Her. 1, 33, der nichts gelernt hat, ohne wissenschaftliche Bildung, Plat. Euthyd. 276 b, wo die Bdtg von unwissend und dumm verwechselt werden; dem σοφός entgegengesetzt, Conv. 204 a; dem γνωμονικός, Rep. V, 467 c; neben ἀνόητος, was allgemeiner den rohen, dummen bezeichnet, Tim. Locr. 104 e; Tim. 92 b; Ar. Nub. 492 vrbdt ἀμαθὴς καὶ βάρβαρος; τινός, Thuc. 4, 41 u. sonst, περί τινος, Plat. Eryx. 394 e; aber ἀμαθέστερον καὶ σαφέστερον εἰπέ, ohne gelehrte Künstelei, schlichter u. deutlicher, Ar. Ran. 1441, was nach Suid. sprichwörtlich wurde; ἀτεχνότεροι καὶ ἀμαθέστεροι πρός τι, ungelehriger, ungeschickter. Die attische Urbanität braucht es für ἀγροῖκος, etwa wie unser ungebildet, Dem. Lept. 119, von dem, der schicklicher Weise etwas nicht hätte sagen sollen; vgl. Hipp. mai. 290 d. – 2) pass., ungekannt, Eur. Ion 916. – Adv. ἀμαθῶς, ἔχειν τινός Ael. N. A. 6, 5; unerwartet, Thuc. 1, 140; bei Ar. Lys. 1117 dem οἰκείως entgegenstehend, roh.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμᾰθής: -ές, (μαθεῖν) ἀγράμματος, ἀδίδακτος, μωρός, βλάξ, (ἴδε ἐν λ. ἀμαθία), Ἡρόδ. 1. 33. καὶ συχν. παρ’ Ἀττ. ἀπὸ τοῦ Εὐρ. καὶ ἐφεξ. ἐπὶ προσώπων καὶ τῶν πράξεων αὐτῶν· ἔθνεα ἀμαθέστατα, περὶ τῶν Σκυθῶν, Ἡρόδ. 4. 46· ἀνήρ πένης εἰ καὶ γένοιτο μὴ ἀμαθής, Εὐρ. Ἱκ. 421 καὶ ἀλλ., Ἀριστοφ. Νεφ. 135: ἀμ. καὶ βδελυρός, ὁ αὐτ. Ἱππ. 193: ἀμαθέστατοι πάντων, Ἀνδοκ. 20. 1: ἀμαθὴς τὴν ἐκείνων ἀμαθίαν, μωρὸς ἔχων τὴν μωρίαν ἐκείνων, Πλάτ. Ἀπολ. 22Ε: ἀμαθέστερον τῶν νόμων τῆς ὑπεροψίας παιδευόμενοι, ὅτι ἀμαθ. παιδευόμεθα ἢ ὥστε τοὺς νόμους ὑπερορᾶν, δηλ. δὲν ἔχομεν τόσον ὑψηλὴν παίδευσιν ὥστε νὰ καταφρονῶμεν τοὺς νόμους, Θουκ. 1. 84: κατ’ ἀντίθ. πρὸς τὸ δεξιοί, ὁ αὐτ. 3. 82· οὕτως: ἀμαθέστερον εἰπὲ καὶ σαφέστερον, μὲ ὀλιγωτέραν ἐπίδειξιν παιδείας, ὥστε καὶ ὁ ἀμαθὴς νά σε ἐννοῇ, Ἀριστοφ. Βάτρ. 1445: ἐπὶ ζῴων οἷος ὁ χοῖρος, θυμώδη καὶ ἀμ. Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 1. 1, 32: - οὕτω καὶ ὡς ἐπίρρ., ἀμαθῶς ἁμαρτεῖν, ἐξ ἀγνοίας, Εὐρ. Φοίν. 874: - μ. γεν. πράγμ. = χωρὶς τῆς γνώσεως πράγματός τινος, ἀμαθὴς ἢ ἀνεπιτήδειος εἴς τι· ἀμ. τοῦ καλοῦ, Εὐρ. Ὀρ. 417: λῃστείας, Θουκ. 4. 41, πρβλ. 3. 37: σπανιώτερον ἀμ. περί τινος, Πλάτ. Ἐρυξ. 394 Ε· τι, ὁ αὐτ. Λάχ. 194 D· πρός τι, ὁ αὐτ. Νόμ. 679D: οὕτως, ἀμαθῶς ἔχειν τινός, Αἰλ. περὶ Ζ, 6. 5: - συγκρ. ἀμαθέστερος. ὑπερθ. -έστατος, ἴδ. ἀνωτ. 2) ἐπὶ πράγ., ἀμ. παρρησίᾳ, μωρὰ ἐλευθεροστομία, Εὐρ. Ὀρ. 905: ἀμ. ῥώμη, κτηνώδης δύναμις, ἁπλῆ, ἀκυβέρνητος σωματικὴ ἰσχύς, Εὐρ. Ἀποσπ. 732: δύναμις, Πλουτ. Δημήτρ. 42. ΙΙ. ἀνήκουστος, ἄγνωστος, ἀμ. ἔρρει, Εὐρ. Ἴων 916: - Ἐπίρρ. ἀμαθῶς χωρεῖν, ἐπὶ γεγονότων, λαμβάνειν ἀπρόβλεπτον ἔκβασιν, Θουκ. 1. 140.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
qui ne sait pas :
1 ignorant ATT : ἀμαθής τινος ignorant de qch, au sujet de qch ; ὄνειδος ἀμαθές EUR un reproche ignorant, càd provenant de l’ignorance des faits, sel. d’autres reproche grossier, reproche imprévu;
2 sot, stupide;
3 non civilisé, grossier.
Étymologie: ἀ, μανθάνω.

Spanish (DGE)

(ἀμᾰθής) -ές
I gener. de pers.
1 c. gen. o giros preposicionales ignorante, desconocedor πάντων Democr.B 169, τοῦ καλοῦ καὶ τῆς δίκης E.Or.417, περὶ τῶν μεγίστων Pl.Erx.394e, πρός τε τὰς ἄλλας ... τέχνας Pl.Lg.679d
c. ac. de rel. ἃ δὲ ἀ., ταῦτα δὲ κακός Pl.La.194d
op. πεπαιδευμένος Democr.B 185, op. σοφός Pl.Ap.22e, Smp.204a, Isoc.4.49, Lys.8.7, op. μαθόντες X.Mem.4.1.4, op. ἐπιστάμενοι X.Mem.3.6.17
abs., Democr.B 228, I.AI 12.191, M.Ant.8.48, Κύκλωψ Call.Epigr.46.2, ψυχή Ph.1.581, ὁ μὲν ἄκων ἀ. Ph.1.586, ἐν πᾶσιν ἁμαρτωλὸν εἶναι τὸν ἀμαθῆ Plu.2.25c, de herejes 2Ep.Petr.3.16
de abstr. οὐ τὴν ἀσφαλῆ σοι ἐρῶ ἀπόκρισιν ἐκείνην τὴν ἀμαθῆ Pl.Phd.105c, ἐν δὲ τῷ χρόνω πάντα γίγνεται καὶ φθείρεται· διὸ καὶ οἱ μὲν σοφώτατον ἔλεγον, ὁ δὲ Πυθαγόρειος Πάρων ἀμαθέστατον Arist.Ph.222b18.
2 inculto, bruto, zafio, rudo ἀ. καὶ βδελυρός Ar.Eq.193, ἀ. γε νή Δί' ὅστις οὑτωσὶ ... τὴν θύραν λελάκτικας Ar.Nu.135, ἀνὴρ πένης, εἰ καὶ γένοιτο μὴ ἀ. E.Supp.421, πρὸς ἡδονὴν καὶ ἀργύριον ἀ. καὶ ἀκρατής Plb.21.38.3, op. δεξιός Th.3.82, cf. Hsch.
de la divinidad cruel, brutal, inhumana ἀ. τις εἶ θεός E.HF 341
θηρίον X.Mem.4.5.11, del jabalí, Arist.HA 488b14
de abstr. ἀ. ῥώμη fuerza bruta E.Fr.732, δύναμις Plu.Demetr.42
neutr. compar. como adv. ἀμαθέστερον demasiado rudamente τῶν νόμων τῆς ὑπεροψίας παιδευόμενοι Th.1.84.
3 idiota, tonto, insensato κάρτα δόξας ἀμαθέα εἶναι Hdt.1.33, δεῖ γὰρ αὐτοὺς ἤτοι ἀμαθεστάτους εἶναι πάντων ἀνθρώπων, ἢ τῇ πόλει ταύτῃ δυσμενεστάτους And.2.2, ὅστις οὖν καὶ πονηρότερος καὶ ἀμαθέστερος Βατράχου ἐστί Lys.6.45
de abstr. insensato παρρησία E.Or.905, ἀ. φρόνημα orgullo insensato E.Heracl.459.
4 no civilizado, salvaje ἔθνεα Hdt.4.46
neutr. compar. como adv. sin artificio οὐ μανθάνω. ἀμαθέστερόν πως εἰπὲ καὶ σαφέστερον Ar.Ra.1445.
II adv. -ῶς
1 por ignorancia ἥμαρτον E.Ph.874
ἀ. ἔχειν αὐτοῦ ser ignorante de esto Ael.NA 6.51.
2 brutal, zafiamente ἀ. τοῦτ' ἔδρων Ar.Lys.1117.
3 sin artificio, sencillamente μὴ 'μαθῶς ἐναύονται Call.Fr.203.14, 66.
4 de forma imprevisible ἐνδέχεται γὰρ τὰς ξυμφορὰς τῶν πραγμάτων οὐχ ἧσσον ἀμαθῶς χωρῆσαι ἢ καὶ τὰς διανοίας τοῦ ἀνθρώπου Th.1.140.

English (Strong)

from Α (as a negative particle) and μανθάνω; ignorant: unlearned.

English (Thayer)

(ές, genitive (ους (μανθάνω, whence ἔμαθον, τό μάθος, cf. ἀληθής), unlearned, ignorant: Herodotus down.)

Greek Monolingual

-ές (Α ἀμαθής)
1. αυτός που στερείται γνώσεων, που βρίσκεται σε άγνοια, άπειρος, ανίδεος, ανεπιτήδειος (στα αρχ. αντίθ. δεξιός)
2. εν μέρει ή εντελώς αγράμματος, αμόρφωτος, αδίδακτος
3. ανόητος, βλάκας
αρχ.
1. άκαρδος, ασυγκίνητος, απάνθρωπος
2. αυτός που δεν ακούστηκε, δεν έγινε γνωστός, ανήκουστος, άγνωστος
3. (για ζώα) ατίθασος, ανήμερος, άγριος
4. (για καταστάσεις ή ιδιότητες) βίαιος, άξεστος, χυδαίος, ευτελής
5. επίρρ. ἀμαθῶς
α) από άγνοια, με άγνοια
β) φρ. «ἀμαθῶς χωρῶ» (για γεγονότα), έχω απρόβλεπτη έκβαση
6. (συγκρ. επίρρ.) αμαθέστερον φρ. «λέγω ἀμαθέστερον καὶ σαφέστερον», μιλώ με λιγότερη επίδειξη γνώσεων, ώστε να καταλαβαίνει και ο αμαθής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερητ. + -μαθής < ἔμαθον, μανθάνω.
ΠΑΡ. αρχ. ἀμαθαίνω, ἀμαθία
νεοελλ.
αμάθεια].

Greek Monotonic

ἀμᾰθής: -ές (μανθάνω), I.1. αγράμματος, αδίδακτος, μωρός, ανόητος (βλ. ἀμαθία), σε Ηρόδ. κ.λπ.· ἀμαθὴς τὴν ἐκείνων ἀμαθίαν, ανόητος με τη δική τους ανοησία, σε Πλάτ.· ἀμαθέστερον τῶννόμων ὑπεροψίας παιδεύεσθαι, δεν έχουμε εκπαιδευθεί με τόσο χαμηλή εκπαίδευση, ώστε να περιφρονούμε τους νόμους, σε Θουκ.· επίρρ. ἀμαθῶς ἁμαρτεῖν, πλανώμαι εξαιτίας της άγνοιας, σε Ευρ.
2. με γεν. πράγμ., χωρίς τη γνώση ενός πράγματος, στον ίδ.· περί τινος, πρός τι, σε Πλάτ.
II. ανήκουστος, άγνωστος, ἀμ. ἔρρει, σε Ευρ.· επίρρ. ἀμαθῶς χωρεῖν, λέγεται για γεγονότα, λαμβάνει απρόβλεπτη έκβαση, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἀμᾰθής:
1) непросвещенный, неученый, невежественный (τινος Thuc., Eur., περί τινος, πρός τι и τι Plat.): ὄνειδος ἀμαθές Eur. неосновательное порицание;
2) тупой, непонятливый (ὗς ἄγριος Arst.);
3) грубый (παρρησία Eur.; δύναμις Plut.);
4) неведомый: ἀ. ἔρρει Eur. он погиб без вести.

Middle Liddell

μανθάνω
I. unlearned, ignorant, stupid, boorish (v. ἀμαθία), Hdt., etc.; ἀμαθὴς τὴν ἐκείνων ἀμαθίαν stupid with their stupidity, Plat.; ἀμαθέστερον τῶν νόμων ὑπεροψίας παιδεύεσθαι to be educated with too little learning to despise the laws, Thuc.:—adv., ἀμαθῶς ἁμαρτεῖν to err through ignorance, Eur.
2. c. gen. rei, without knowledge of a thing, Eur.; περί τινος, πρός τι Plat.
II. not heard of, unknown, ἀμ. ἔρρει Eur.:—adv., ἀμαθῶς χωρεῖν of events, to take an unforeseen course, Thuc.

Chinese

原文音譯:¢maq»j 阿-馬帖士
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:不-學的
字義溯源:無學問的,無知識的;由(α / ἄλφα)= (ἄνευ)*=不)與(μανθάνω)*=學)組成
出現次數:總共(1);彼後(1)
譯字彙編
1) 無學問的(1) 彼後3:16