Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Αἴας

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: Αἴᾱς Medium diacritics: Αἴας Low diacritics: Αίας Capitals: ΑΙΑΣ
Transliteration A: Aías Transliteration B: Aias Transliteration C: Aias Beta Code: *ai)/as

English (LSJ)

αντος, ὁ, Ajax, masc. pr. n., borne by two heroes, the Greater, son of Telamon, the Less, son of Oiïleus, Hom.:—nom.

   A Αἶᾰς Alcm.68; voc. Αἶαν Pi.Fr.184, Aeol. Αἴαν Alc.48 A: pl. Αἴαντες, of tragedies named after Ajax, Arist.Po.1455b34. (S. derives it fancifully from αἰαῖ, Aj.430.)

Greek (Liddell-Scott)

Αἴᾱς: αντος, ὁ, Λατ. Ajax, ἀρσ. κύρ. ὄνομα δύο ἡρώων, ὧν ὁ μείζων ἢ μέγας ἦν υἱὸς Τελαμῶνος καὶ ἐκαλεῖτο Τελαμώνιος ἢ Τελαμωνιάδης, ὁ δὲ μικρὸς υἱὸς τοῦ Ὀϊλέως καὶ ἐλέγετο ὁ τοῦ Ὀϊλῆος ἢ Ὀϊλιάδης, Ὅμ. - Ὀνομ. Αἶᾰς ἀπαντᾷ παρ’ Ἀλκμᾶνι 68, αἰτ. Αἶαν, ἐν Πινδ. Ἀποσπ. 179· κλητ. πανταχοῦ παρὰ Τραγ. Αἴας· μόνον ἐν Σοφοκλ. Αἴαντι 482 κατὰ Σουΐδ. (ὅστις ἀναφέρει τὸ χωρίον) εἶναι ἡ κλητ. Αἶαν, ἀλλ’ αἱ ἄρισται ἐκδ. ἔχουσιν Αἴας, ἴδε Σουΐδ. ἐν λέξει ὑπόβλητον· παρ’ Ὁμήρῳ ἡ κλητ. εἶναι ἀείποτε Αἶαν· - πληθ. Αἴαντες, παροιμ. ἐπὶ σοβαρῶν τραγῳδιῶν, Ἀριστ. Ποιητ. 18. 6. (ὁ Σοφ. παράγει φαντασιωδῶς τὴν λέξιν ἐκ τοῦ αἰαῖ, Αἴ. 430).

French (Bailly abrégé)

αντος (ὁ) :
Ajax, nom de deux héros grecs;
1 Ajax, fils d’Oïlée;
2 Ajax (le grand Ajax) fils de Télamon ; νῆσος Αἴαντος ESCHL l’île d’Ajax, càd Salamine.
Étymologie: DELG αἶα 1 oumyc. aiwa « bœuf ».

English (Slater)

Αἴας (Αἴας, -αντος, -αντα, -αν.)
   a son of Telamon, of Salamis. ἐν Τροίᾳ μὲν Ἕκτωρ Αἴαντος ἄκουσεν (N. 2.14) ἀτὰρ Αἴας Σαλαμῖν' ἔχει πατρῴαν (N. 4.48) οὔ κεν ὅπλων χολωθεὶς ὁ καρτερὸς Αἴας ἔπαξε διὰ φρενῶν λευρὸν ξίφος (N. 7.26) cf. χρυσέων δ' Αἴας στερηθεὶς ὅπλων φόνῳ πάλαισεν sc. after the contest with Odysseus over Achilles' armour (N. 8.27) ἴστε μὰν Αἴαντος ἀλκάν (I. 4.35) καὶ νῦν ἐν Ἄρει μαρτυρήσαι κεν πόλις Αἴαντος ὀρθωθεῖσα ναύταις ἐν πολυφθόρῳ Σαλαμὶς Διὸς ὄμβρῳ (I. 5.48) οὐδ' ἔστιν πόλις ἅτις οὐ Πηλέος ἀίει κλέος οὐδἅτις Αἴαντος Τελαμωνιάδα καὶ πατρός (I. 6.26) “καί νιν ὄρνιχος φανέντος κέκλευ ἐπώνυμον εὐρυβίαν Αἴαντα” (v. ἐπώνυμος.) (I. 6.53) ὑπερμενὲς ἀκαμαντοχάρμαν Αἶαν (voc., v. ἀκαμαντοχάρμας) fr. 184.
   b son of Ileus, of Lokris. Αἶαν, τεόν τ' ἐν δαιτί, Ἰλιάδα, νικῶν ἐπεστεφάνωσε βωμόν (Hermann: Αἰάντειόν τ codd.: Αἰάντεόν τ Boeckh.) (O. 9.112)

Spanish (DGE)

(Αἴᾱς) -αντος, ὁ

• Alolema(s): pero Αἶᾰς Alcm.68; tb. Αἴϝας IKor.Vas.19 (VII/VI a.C.); Αἔϝας IKor.Vas.20 (VII/VI a.C.); Αἴαξ Zonar.

• Morfología: [voc. Αἶαν Pi.Fr.184, Αἴαν Alc.387; dat. plu. Αἰάντεσσι Il.4.273]
1 Áyax o Ayante hijo de Telamón Il.2.557, A.Pers.307
hijo de Oileo Il.2.527, frec. de ambos en dual o plural Αἴαντε Il.2.406, Αἴαντες Il.4.273
pero Αἴαντες tragedias sobre el tema de Áyax Arist.Po.1456a1, cf. 2
c. falsa etimología sobre αἰετός Hes.Fr.250, Pi.I.6.53
sobre αἰαί S.Ai.430 ss.
2 Áyax título de una serie de tragedias, de Sófocles, S.Ai., de Teodectes, Arist.Rh.1399b29, de Carcino, Carcinus 1a
Αἴας Λοκρός tít. de otra obra de Sófocles, S.Fr.10a tít., Sch.Ar.Au.933, Αἴας μαινόμενος Áyax furioso tít. de una obra de Astidamante, Sud.s.u. Ἀστυδάμας.
3 una pintura de Parrasio, Ael.VH 9.11
de otra de Timómaco, Philostr.VA 2.22.
4 río de Iliria, denominación del Aoo empleada por Hecateo, Hecat.102, Lyc.1020.
5 monte de Egipto en el litoral del mar Rojo, actual Ras Gauas, Ptol.Geog.4.5.14. • DMic.: a3-wa.

Greek Monotonic

Αἴᾱς: -αντος, ὁ ,Λατ. Ajax, αρσ. κύριο όνομα δύο ηρώων· ο μεγαλύτερος ήταν γιος του Τελαμώνα (Αίας ο Τελαμώνιος), ο μικρότερος ήταν γιος του Οϊλέα (Αίας Οϊλιάδης), σε Όμηρ.· κλητ. Αἶᾰν (χάριν μέτρου), σε Σοφ.· κλητ. παντού σε Τραγ. Αἴᾱς.

Russian (Dvoretsky)

Αἴᾱς: αντος ὁ Эант или Аякс
1) «Μέγας», сын саламанского царя Теламона, внук Эака Hom., Soph.: νῆσος Αἴαντος Aesch. = Σαλαμίς;
2) «Ταχύς», сын Оилея, царя локров Hom.

Etymological

-ντος
Grammatical information: PN
Meaning: two heroes, 1. Αἴας Τελαμώνιος, A., son of Telamon, king of Salamis; 2. Αἴας Όιλῆος, A., son of Oileus, leader of the Locrians (Il.)
Other forms: On Etr. Aivas Vetter, Glotta 17. 1920, 296.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Mühlestein, Studi Mycenei 2, 1967, compared Myc. aiwa, name of a cow; it would be a hypocoristic of Αἴολος. Formerly often (s. Kretschmer Glotta 15, 192f.) derived from αἶα earth. Blümel IF 43, 2 72f. interpreted this as Sohn der echten Frau, der Mutter, as opposed to Τεῦκρος (q.v.) Sohn der Kebse. All quite uncertain. - On the Lat. form Aiax s. Friedmann Die jon. u. att. Wörter im Altlatein 10f. - No doubt a Pre-Greek name, like Achilles etc.

Middle Liddell


Ajax, pr. n., borne by two heroes, the Greater son of Telamon, the Less son of Oileus, Hom.