Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἴσιος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αἴσιος Medium diacritics: αἴσιος Low diacritics: αίσιος Capitals: ΑΙΣΙΟΣ
Transliteration A: aísios Transliteration B: aisios Transliteration C: aisios Beta Code: ai)/sios

English (LSJ)

ον, also α, ον Pi.N.9.18, E.Ion421: (αἶσα):—poet. Adj. A auspicious, opportune, ὁδοιπόρος Il.24.376, cf. A.Ag.104 (lyr.), S. OC34; ἡμέρα E. l. c.; αἴ. ἐν φιλότητι IG14.2068.9:—freq. of omens, αἰσία ὄρνις Pi. l.c., cf. S.OT52; ἀετός X.Cyr.2.4.19; ἄνεμος App.Mith.29; ὥρα Id.Syr.58 (Comp.). Adv. -ίως E.Ion410, Timae. 114. II meet, right, αἴσιος ὁλκή, Lat. justum pondus, Nic.Th.93; αἴ. ἐμβολή Just.Edict.13.4.1.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

αἴσιος: -ον, καὶ α, ον, Πινδ. Ν. 9. 43, Εὐρ. Ἴων. 421: (αἶσα): ποιητ. ἐπίθ., καλὰ προμηνύων, εὐοίωνος, εἰς καλὸν καιρὸν ἐρχόμενος, τυχηρός, κατάλληλος, ὁδοιπόρος, Ἰλ. Ω. 376, πρβλ. Αἰσχύλ. Ἀν. 104 (λυρ.), Σοφ. Ο. Κ. 34· ἡμέρα, Εὐρ. ἔνθ’ ἀνωτ. αἴσιος ἐν φιλότητι, Ἐπιγράμμ. Ἐλλ. 615. - συχνότατα ἐπὶ οἰωνῶν· αἰσία ὄρνις, Πίνδ. ἔνθ’ ἀνωτ., Σοφ. Ο.Τ. 52, πρβλ. ἀετός, Ξεν. Κύρ. 2. 4, 19, κτλ.: ἴδε ἐν λέξ. ὄδιος: - ἐπίρρ. -ίως, Εὐρ. Ἴων 410. ΙΙ. ὁ ἁρμόζων, ὁ προσήκων, ὀρθός, δίκαιος, αἴσιος ὁλκή, Λατ. Justum pondus, Νικ. Θ. 93.

French (Bailly abrégé)

ος ou α, ον :
conforme à la volonté du destin, d’où
1 de bon augure;
2 opportun;
3 heureux, favorable.
Étymologie: αἶσα.

English (Autenrieth)

(αἶσα): auspicious, opportune, Il. 24.376†.

English (Slater)

αἴσιος
1 of good omen αἰσίαν δ' ἐπί οἱ Κρονίων Ζεὺς πατὴρ ἔκλαγξε βροντάν (Schroeder: αἴσιον codd.) (P. 4.23) οἱ ἀντάυσε βροντᾶς αἴσιον φθέγμα (P. 4.197) ἐς ἑπταπύλους Θήβας ἄγαγον στρατὸν ἀνδρῶν αἰσιᾶν οὐ κατ' ὀρνίχων ὁδόν (Tric.: αἰσιῶν vel lacunam habent codd.) (N. 9.18)

Greek Monotonic

αἴσιος: -ον και -α, -ον (αἶσα), αυτός που προμηνύει καλά, ευοίωνος, αίσιος, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· επίρρ. -ίως, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

αἴσιος: 2, реже 3
1) благоприятный, предвещающий счастье (βροντή Pind., Soph., Plut.; οἰωνοί Xen.): ἐν ἡμέρᾳ τῇδ᾽, αἰσία γάρ Eur. в этот день, ибо он сулит счастье;
2) подходящий, удачный, счастливый (ὁδοιπόρος Hom.): αἴ. προσήκεις Soph. ты вовремя пришел.

Middle Liddell

αἶσα
boding well, auspicious, Il., etc.:—adv. -ίως, Eur.

English (Woodhouse)

αἴσιος = auspicious, favourable, fortunate, favorable, of omens

⇢ Look up "αἴσιος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)