Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐξαίσιος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἐξαίσιος Medium diacritics: ἐξαίσιος Low diacritics: εξαίσιος Capitals: ΕΞΑΙΣΙΟΣ
Transliteration A: exaísios Transliteration B: exaisios Transliteration C: eksaisios Beta Code: e)cai/sios

English (LSJ)

ον, also α, ον X.HG4.3.8:—

   A beyond what is ordained or fated, opp. ἐναίσιος: hence,    1 outstepping right, lawless, ῥέξας ἐξαίσιον having done some lawless act, Od.4.690; ἦ τινά που δείσας ἐ. .. fearing some lawless man, 17.577; Θέτιδος . . ἐ. ἀρήν Il.15.598; ἀφροσύναι B.14.58.    2 of omens, portentous, opp. ἐναίσιος, D.C. 38.13: Sup., Id.45.17.    3 of things, extraordinary, ἐ. τὸ θερμόν Hp.Epid.7.94; violent, of a wind, Hdt.3.26, X.HG5.4.17; χειμών, σεισμοί, Pl.Ti.22e, 25c; ὄμβροι X.Oec.5.18; ἐ. δεῖμα A.Supp.514; γέλωτες καὶ δάκρυα Pl.Lg.732c: ἐ. φυγή headlong flight, X.HG4.3.8; ἐ. βρονταί Plb.18.20.7, cf. J.BJ4.4.5; ὑπουργία Vit.Philonid.p.5C.; κάλλος Ph.2.166; χελῶναι ἐ. τοῖς μεγέθεσιν D.S.3.21; ἐ. τὸ μέγεθος καὶ τὸ ὕψος Id.13.82. Adv. -ίως Them.Or.26.312d.

German (Pape)

[Seite 864] außer dem Schicksale oder dem Schicklichen, 1) ungebührlich, ungerecht, frevelhaft; οὔτε τινὰ ῥέξας ἐξαίσιον Od. 4, 690, vgl. 17, 577; so auch ἐξαίσιος ἀρὴ Θέτιδος Il. 15, 598. – 2) das Maaß überschreitend, ungewöhnlich, ungeheuer; δεῖμα Aesch. Suppl. 514; χειμών Plat. Tim. 22 e; σεισμοί 25 c; von ungewöhnlich starken Stürmen u. dgl., ἄνεμος Xen. Hell. 5, 4, 17; ὄμβροι Cec. 5, 18; χειμῶνες Arist. mund. 6; βροντή Pol. 18, 3, 7; Luc. Necyom. 4; – γέλωτες Plat. Legg. V, 732 c; φυγή Xen. Hell. 4, 3, 8; βοή D. Sic. 13, 99; ἐξαίσιοι τὸ μέγεθος 3, 49; ἐξαίσιοι τοῖς μεγέθεσιν 3, 29; κῆτος Anton. Lib. 3. – Adv., Themist. or. 25.

Greek (Liddell-Scott)

ἐξαίσιος: -ον, ὡσαύτως α, ον, Ξεν. Ἑλλην. 4. 3, 8· ὁ ἔξω τοῦ αἰσίου, ὡς τὸ ἔκδικον, τὸ ἔξω τοῦ δικαίου, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἐναίσιος: ἐντεῦθεν, 1) ὁ ἐκτὸς τοῦ δικαίου καὶ τοῦ πρέποντος, ὁ ἔξω τοῦ καθήκοντος, ἄδικος, παράνομος, οὔτε τινὰ ῥέξας ἐξαίσιον, οὔτε πράξας παράνομόν τινα πρᾶξιν κατά τινος, Ὀδ. Δ. 690· ἦ τινά που δείσας ἐξαίσιον, φοβηθεὶς ἄνομόν τινα ἄνδρα, «ἢ ἐπιρρηματικῶς ἀντὶ τοῦ ἔξω τοῦ δέοντος» (Εὐστ.), Ρ. 577· Θέτιδος δ’ ἐξαίσιον ἀρὴν πᾶσαν ἐπικρήνειε, «τῆς δὲ Θέτιδος τὴν παράνομον εὐχὴν πᾶσαν ἐκτελέσειε» (Θ. Γαζῆς), Ἰλ. Ο. 598. 2) ἐπὶ οἰωνῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἐναίσιος, ὁ μὴ ἐναίσιμος, ὁ μὴ προοιωνιστικός, Δίων Κ. 38. 13. 3) ἐπὶ πραγμάτων, ὑπέρμετρος, μέγας, ἰσχυρός, ἐξαίσιον τὸ θερμὸν Ἱππ. 1234 ἐν τέλει· σφοδρός, ὁρμητικός, ἐπὶ ἀνέμου, Ἡρόδ. 3. 26, Ξεν. Ἑλλην. 5. 4, 17· χειμών, σεισμὸς Πλάτ. Τίμ. 22Ε, 25C· ὄμβρος Ξεν. Οἰκ. 5, 18· οὕτως, ἐξ. δεῖγμα Αἰσχύλ. Ἱκ. 514· γέλωτες καὶ δάκρυα Πλάτ. Νόμοι 732C· ἐξ. φυγὴ Ξεν. Ἑλλην. 4, 3, 8· χελῶναι ἐξ. τοῖς μεγέθεσιν, τεράστιαι, Διόδ. 3, 21· ἐξ. τὸ μέγεθος καὶ τὸ ὕψος ὁ αὐτ. 13. 82. - Ἐπίρρ. ἐξαισίως Θεμίστ. σ. 312D.

French (Bailly abrégé)

ος ou α, ον :
litt. qui sort de la règle :
1 inconvenant, injuste ; p. ext. mauvais, funeste;
2 qui dépasse la mesure, extraordinaire, excessif : ἐξαίσιος ὄμβρος XÉN pluie violente ; ἐξαίσιος ἄνεμος XÉN vent violent ; ἐξαίσιον δεῖμα ESCHL crainte excessive.
Étymologie: ἐξ, αἴσιος.

English (Autenrieth)

(opp. ἐναίσιος): undue, unjust, unrighteous, Od. 4.670, Il. 15.577; in Od. 17.577 ἐξαίσιον is sometimes interpreted as an adv., ‘unduly,’ ‘excessively.’

Spanish (DGE)

-ον

• Morfología: [fem. -α X.HG 4.3.8, Ages.2.4, Gal.3.42, Procop.Pers.1.25.4, Vand.2.28.37]
I 1sent. fís. que supera la medida, excesivo, desproporcionado τὸ θερμόν Hp.Epid.7.94, παρὰ φύσιν συριγμὸν ἐξαίσιον D.S.3.37, ἀνάγκη ref. la violencia ejercida sobre una articulación, Gal.l.c., φωνή Procop.Vand.2.28.37
ref. al tamaño, de concr. τῶν δὲ στοῶν ... τὸ ὕψος ἐξαίσιον D.S.13.82, λίθου πληγῇ ἐξαισίῳ ... κακωθείς D.H.2.43, δρυμοί Str.12.8.8, κρημνοί Str.4.6.2, c. dat. limitativo (χελῶναι) ἐξαίσιοι ... τοῖς μεγέθεσιν D.S.3.21, c. πρός y ac. κρημνὸν πρὸς ὕψος ἐξαίσιον D.S.3.69
de fenóm. de la naturaleza excesivo, extremo, violento νότος Hdt.3.26, ἄνεμος X.HG 5.4.17, χειμὼν ἐ. invierno riguroso Pl.Ti.22e, cf. X.Oec.5.18, Arist.Mu.397a22, 400a26, σεισμοί Pl.Ti.25c, cf. Str.9.2.16, βρονταί Plb.18.20.7, cf. I.BI 4.286, Plu.Dio 38, ἀνέμων τε ἐξαίσια μεγέθη Luc.Halc.3.
2 de abstr. desmesurado, desmedido, desproporcionado de acciones o sentimientos δεῖμα A.Supp.514, γελώτων ... τῶν ἐξαισίων καὶ δακρύων Pl.Lg.732c, φυγή X.HG 4.3.8, Ages.2.4, ὑπουργ[ί] α Vit.Philonid.62, στοργή Procop.Pers.1.25.4, ἔρως Procop.Pers.1.6.2, 2.5.28
neutr. sg. como adv. οὔτε τινὰ ῥέξας ἐξαίσιον ... ἐν δήμῳ no habiendo realizado en el pueblo nada de forma desmedida, e.e., nada injusto, Od.4.690, ἦ τινά που δείσας ἐξαίσιον; ¿acaso porque teme algún desmán?, Od.17.577
de otros abstr. fuera de lo corriente, inaudito, extraordinario κάλλος Ph.2.166, cf. 484, ὅ μεῖζον τοῦ προτέρου καὶ ἐξαισιώτερον un milagro, Ephr.Chers.Mir.Clem.M.2.641D.
3 sent. neg. desmedido, fatal, funesto Θέτιδος δ' ἐξαίσιον ἀρήν desmedido voto de Tetis, Il.15.598, ἀφροσύνη ἐ. locura desmedida B.15.58
de presagios desfavorable, de mal augurio op. ἐναίσιος D.C.38.13.4, sup. ἐκ τεράτων, ἃ ... ἐξαισιώτατα ἐγεγόνει D.C.45.17.2.
II adv. -ως anormalmente, extraordinariamente μέλανες ἐ. Ar.Byz.Epit.2.57, cf. Them.Or.26.312d, Aët.7.114.

Greek Monolingual

-α, -ο (AM ἐξαίσιος, -ον και ἐξαίσιος, -α, -ον) αίσιος
1. έξοχος, θαυμάσιος («εξαίσιο ταξίδι»)
2. (επίρρ. εξαίσια και εξαισίως
πάρα πολύ, πολύ ωραία, υπέροχα
νεοελλ.
γοητευτικός («εξαίσιο παρουσιαστικό»)
αρχ.-μσν.
εκπληκτικός, ασυνήθιστος
αρχ.
1. άδικος, ανόσιος («Θέτιδος δ' ἐξαίσιον ἀρὴν πᾱσαν ἐπικρήνειε», Ομ. Ιλ.)
2. (για οιωνό) δυσοίωνος
3. σφοδρός, ορμητικός («ἐπιπνεῡσαι νότον μέγαν τε καὶ ἐξαίσιον», Ηρόδ.)
4. μεγάλος, ισχυρόςχειμών ἐξαίσιος», Πλάτ.).

Greek Monotonic

ἐξαίσιος: -ον ή -α, -ον, αυτός που βρίσκεται εκτός των προκαθορισμένων ορίων ή της προγεγραμμένης μοίρας· απ' όπου,
1. άδικος, παράνομος, σε Ομήρ. Οδ.
2. εξαιρετικός, σφοδρός, ορμητικός, σε Ηρόδ., Ξεν.· ἐξ. φυγή, ορμητική αποχώρηση, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἐξαίσιος: и 3
1) несправедливый, нечестивый, дурной (ῥέξαι ἐξαίσιόν τινα Hom.);
2) страшный, ужасный (Θέτιδος ἀρή Hom.);
3) необычайный, невиданный, небывалый (δεῖμα Aesch.; ἄνεμος Xen.; σεισμοί Plat.; χειμών Plat., Arst.; ὄμβροι Xen., Arst.; βροντή Polyb., Plut.; ὑετοί Plut.): ἐ. τὸ μέγεθος Diod. необыкновенной величины;
4) безудержный, неудержимый (φυγή Xen.; γέλωτες καὶ δάκρυα Plat.).

Middle Liddell

ἐξ-αίσιος, ον adj adj
1. beyond what is ordained or fated: hence,
1. lawless, Od.
2. extraordinary, violent, Hdt., Xen.; ἐξ. φυγή headlong flight, Xen.