Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δεξιόομαι

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: δεξιόομαι Medium diacritics: δεξιόομαι Low diacritics: δεξιόομαι Capitals: ΔΕΞΙΟΟΜΑΙ
Transliteration A: dexióomai Transliteration B: dexioomai Transliteration C: deksioomai Beta Code: decio/omai

English (LSJ)

impf.

   A ἐδεξιούμην X.Cyr.7.3.38, Ep. 3pl. δεξιόωντο h.Hom.6.16, A.R.2.756: fut. -ώσομαι A.Ag.852, S.El.976: aor. ἐδεξιωσάμην Lys.2.37, X.Cyr.7.5.53, etc.:—Pass., aor. ἐδεξιώθην Pl.R. 468b: (δεξιά, δεξιός):—greet with the right hand, welcome, c. acc.pers., Ar.Pl.753, Lys.2.37, X.Cyr.7.5.53; canvass, τὸν δῆμον Plu.Cat.Mi. 49: but also c. dat. pers., δεξιοῦσθαι θεοῖς to raise one's right hand to the gods, pay greeting or honour to them, A.Ag.852: also c. dat. modi, δ. χερσί h.Hom. l. c.; ἐπαίνοις S.El.976; δώροις Arist.Mu. 391b8; λόγοις χρηστοῖς καὶ ἔργοις Paus.2.16.2; στόματι Luc.Alex. 41; ὀφθαλμοῖς Lib.Decl.4.18: c. acc. rei, πυκνὴν ἄμυστιν δεξιούμενοι pledging one in many a bumper, E.Rh.419:—Pass., Pl.l.c.; ζῷα δεξιούμενα with right hands joined, IG2.754.33.    II δεξιώσασθαι· ἐγγίσασθαι γυναικί, Hsch.

German (Pape)

[Seite 546] 1) die Rechte flehend zu den Göttern, θεοῖς, erheben, Aesch. Ag. 826; vgl. τῶν δικαστῶν καθ' ἕνα δεξιουμένη Posidipp. Ath. XIII, 591 c. – 2) τινά, Jemanden bei der Rechten fassen, Xen. Cyr. 7, 3, 8; bes. mit dargebotener Rechter bewillkommnen, 2, 4, 18 u. öfter; neben ἀσπάζεσθαι Ar. Plut. 753; στόματι Luc. Alex. 41 u. a. Sp. Aehnl. τίς ἡμᾶς ἰδὼν τοιοῖσδ' ἐπαίνοις οὐχὶ δεξιώσεται Soph. El. 965; vom Abschiednehmen Xen. Cyr. 3, 2, 14; – δεξιοῦσθαι πυκνἡν ἄμυστιν Eur. Rhes. 416, einen Trunk nach dem andern zubringen. – Pass., δεξιωθῆναι Plat. Rep. V, 468 b.

Greek (Liddell-Scott)

δεξιόομαι: παρατ. ἐδεξιούμην, Ἐπ. γ΄ πληθ. δεξιόωνται Ὕμν. Ὁμ. ἔνθ’ ἀνωτ., Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 756, ὡς εἰ ἐκ ῥήματος δεξιάομαι· μέλ. –ώσομαι Αἰσχύλ., Σοφ.· ἀόρ. ἐδεξιωσάμην Λυσ., Ξεν.: ἀποθ. (δεξιά, δεξιός). Χαιρετίζω διὰ τῆς δεξιᾶς χειρός, ὑποδέχομαι, ἀσπάζομαι, (πρβλ. δείκνυμι ΙΙ), μετ’ αἰτ. προσ. Ἀριστοφ. Πλ. 753, Λυσίας 194. 11, Ξεν.· ἀλλ’ ὡσαύτως μετὰ δοτ. προσ., δεξιοῦσθαι θεοῖς, ἐγείρω τὴν δεξιὰν μου πρὸς τοὺς θεούς, χαιρετίζω ἢ τιμῶ αὐτούς, Αἰσχύλ. Ἀγ. 852· ὡσαύτως μετὰ δοτ. τρόπου, δ. χερσὶ Ὕμν. Ὁμ. 5. 16· ἐπαίνοις Σοφ. Ἠλ. 976· δώροις Ἀριστ. π. Κόσμ. 1, ἐν τέλ.· λόγοις χρηστοῖς Παυσ. 2. 16, 2: ἀλλὰ μετ’ αἰτ. πράγμ., πυκνὴν ἄμυστιν δεξιούμενοι, χαιρετίζοντές τινα διὰ πυκνῶν ποτηρίων, Εὐρ. Ρήσ. 419· ― ὁ Πλάτ. Πολ. 486B ἔχει ἀόρ. δεξιωθῆναι ἐπὶ παθ. σημασίας.

French (Bailly abrégé)

-οῦμαι;
impf. ἐδεξιούμην, f. δεξιώσομαι, ao. ἐδεξιωσάμην, et, au sens Pass. ἐδεξιώθην, pf. inus.
tendre ou lever la main droite pour saluer ou pour prier, d’où
1 saluer ou accueillir amicalement : τινα qqn ; p. ext. accueillir à bras ouverts ; δ. στόματι LUC accueillir en embrassant ; δ. ἐπαίνοις SOPH accueillir avec des éloges;
2 prier, invoquer ; honorer : θεοῖς ESCHL les dieux.
Étymologie: δεξιά.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): tard. -όω Gr.Ant.Exerc.M.88.1884B

• Morfología: [ép. impf. 3a plu. ἐδεξιόωντο h.Hom.6.16, δεξιόωντο A.R.2.756, 3.258]
I c. ac. de pers.
1 a)gener. dar la mano derecha, tender la mano derecha αὐτόν X.Cyr.7.3.8, μητέρα A.R.3.258, τὴν μὲν ὁ πρόεδρος δεξιωσάμενος ἐκ τοῦ ὕδατος ἐξάγει Ach.Tat.8.14.4, cf. 1.2.3, Arr.An.2.18.1, ζῷα δεξιούμενα prob. figuras que se dan la mano derecha o con las manos derechas entrelazadas, IG 22.1514.33 (IV a.C.);
b) dar la mano derecha, tender la diestra a alguien en señal de amistad, saludo, reverencia o despedida τὸν Πλοῦτον Ar.Pl.753, αὐτούς X.Cyr.4.2.18, cf. X.Cyr.6.3.15, Plb.13.7.8, Arr.An.7.4.7, θεάσασθαι ... τοὺς μὲν ἄνδρας δεξιουμένους ἀλλήλους se podía ver a los hombres que se estrechan la mano X.HG 7.2.9, cf. Lys.2.37, Arr.An.2.7.9, τοὺς μὲν δεξιούμενος, τοὺς δὲ καὶ περιπτύσσων Plb.26.1.5, πάντας δεξιωσάμενος ... ἐτελεύτησε X.Cyr.8.7.28, ἀρκεσθεὶς τὸν τε Μανάημον ἀφῆκεν δεξιωσάμενος I.AI 15.378, c. dat. instrum. χερσί τ' ἐδεξιόωντο h.Hom.l.c.
tb. c. dat. de pers. saludar tendiendo la mano derecha θεοῖσι ... δεξιώσομαι elevaré la mano derecha hacia los dioses, e.e. los reverenciaré A.A.852
en v. pas. ser saludado con la mano derecha un soldado victorioso, Pl.R.468b, δεξιωθεῖσαν τρὶς ... ὑπὸ θεοῦ Ἀντωνίνου de una sacerdotisa IP 525.14 (III d.C.).
2 por ext. c. ac. de pers. gener. saludar, dar la bienvenida, abrazar, acoger cordial o benévolamente τοὺς πρεσβευτάς Plb.30.18.4, Arr.An.7.19.1, τὸν βασιλέα I.BI 2.336, τοὺς προσιόντας I.BI 2.324, τὸ πλῆθος I.BI 2.2, τοὺς ἐπιστρέφοντας Eus.HE 4.23.6, τοὺς δ' Ὀλύμπιοι πλάκες ... δεξιώσονται ξένους Lyc.565, ὥς τε θεὸν Πολυδεύκεα δεξιόωντο acogían a Polideuces como a un dios A.R.2.756, δεξιωσάμενος ὡς μάλιστ' εὔνους καὶ φίλος lo saludó con las mayores muestras de cordialidad y amistad I.AI 7.34, cf. Plb.15.6.4, D.Chr.48.2, 51.9, D.C.57.73, Hld.7.18.1, 10.6.1, Eus.DE 8.proem.p.318, tb. en v. pas. φιλοφρόνως ἐδεξιώθη Phot.Bibl.8b10, frec. c. dat. instrum. ἐπαίνοις S.El.976, cf. IEphesos 1391.5 (ap. crít.), Phot.Bibl.269a37, δώροις Arist.Mu.391b8, Tz.H.6.449, Chrys.M.60.184, χρήμασι Tz.H.7.395, λόγοις τε χρηστοῖς καὶ ἔργοις Paus.2.16.2, στόματι Luc.Alex.41, cf. Gr.Nyss.M.44.1144D, τῷ μειδιάματι πρὸς τὸ συνήδεσθαι δεξιούμενος (τὸν Ὑδάσπην) invitando con la sonrisa (a Hidaspes) a compartir su alegría Hld.10.30.5, ὀφθαλμοῖς Lib.Decl.4.18, δεξιώσασθαι τὸν ἡγημόνα ... τῷ κατὰ τὸν οἶκον ὄλβῳ recibir al general con toda la riqueza de su casa I.BI 3.443, ἡ γῆ ὑμᾶς ταῖς οἰκείαις βλάσταις ἐδεξιώσατο Basil.Hex.8.8 (p.476), δέκα ἄρτοις ... ἑκατὸν ... ἄνδρας Nil.M.79.932A
c. doble ac., de pers. e int. Εὔδρομον ... ἐδεξιοῦντο πᾶσαν δεξίωσιν ofrecieron a Eudromo la acogida más amable Longus 4.5.2
abs. acoger a la gente c. adv. φιλοφρονώτερον τοῦ καιροῦ Hp.Epid.7.10.
3 en cont. de banquete alzar la mano para brindar, invitar a beber, brindar c. ac. de pers. τοὺς δὲ δεξιουμένους ἀλλήλους ταῖς προπόσεσι διέφθειρεν a otros mató mientras brindaban los unos a la salud de los otros a la hora de beber sus copas I.AI 6.363, αὐτὴν δεπάεσσιν Eust.1007.13, c. ac. int. πυκνὴν ἄμυστιν ... δεξιούμενοι brindando con largos tragos E.Rh.419, c. dat. de pers. ἐδεξιοῦτ' αὐτοῖς ... καὶ ταῖς γυναιξίν Men.Dysc.948.
4 predisponer favorablemente, satisfacer δεξιοῦσθαι τὸν δῆμον para ganarse su voto, Plu.Cat.Mi.49, a Dios, I.AI 8.112, τοῖς ... χρηστοῖς πολλάκις δεξιοῦται τὸ θεῖον τοὺς εὐσεβεῖς Gr.Naz.M.35.881C
tb. abs. estar en buena disposición, ser favorable ὁ δὲ δεξιούμενος τὸ ὅσιον ἀντέλεγεν él aun estando dispuesto, objetó el respeto a la ley de hospitalidad Asclep.Tragil.13
en sent. pas. recibir honras, ser honrado (Σατανᾶς) πολλοὺς σπεύδει λυπῆσαι τοῦ δεξιώσασθαι Ephr.Syr.3.80A.
5 en sent. neg. alzar la mano derecha contra alguien, de donde vencer τὸν ᾍδην δεξιούμενον πάλαι al que antaño domeñó a Hades Lyc.51.
II 1c. ac. de cosa o abstr. aceptar, recibir δεξιώσονται τάφους recibirán sus tumbas, e.e. morirán Lyc.416, τῆς πενίας ... τὴν τιμὴν ... δεξιοῦται acepta (Dios) el homenaje de la pobreza I.AI 6.149, πρὸ τῶν ὠφελούντων δεξιοῦσθαι τὰ βλάπτοντα Nil.M.79.1016D
aceptar un compromiso matrimonial Hsch.s.u. δεξιώσασθαι.
2 en v. act., c. dat. de cosa aligerar, aliviar τοῖς ἐπιτηδείοις Gr.Ant.Exerc.M.88.1884B.

Greek Monotonic

δεξιόομαι: Επικ. γʹ πληθ. δεξιόωνται όπως αν προερχόταν από δεξιάομαι· μέλ. -ώσομαι, αόρ. αʹ ἐδεξιωσάμην, αποθ. (δεξιάχαιρετώ κάποιον με το δεξί χέρι, καλωσορίζω, χαιρετίζω (πρβλ. δείκνυμι II)· με αιτ. προσ., σε Αριστοφ., Ξεν.· με δοτ. προσ., δεξιοῦσθαι θεοῖς, υψώνω το δεξί μου χέρι προς τους θεούς, αποτίνω φόρο τιμής σε αυτούς, σε Αισχύλ.· με αιτ. πράγμ., ἄμυστιν δεξιούμενοι, χαιρετίζουν κάποιον με το σήκωμα γεμάτων ποτηριών, σε Ευρ.· ο Πλάτ. έχει έναν αόρ. αʹ δεξιωθῆναι, με Παθ. σημασία.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δεξιόομαι [δεξιός] met acc. van personen, de rechterhand geven, handen schudden met (meestal als groet); pregn.:; δ. τὸν δῆμον handjes schudden onder het volk (om stemmen te winnen) Plut. CMi 49.5; uitbr. begroeten, verwelkomen;. στόματι δ. kussen ter begroeting Luc. 42.41; ἐπαίνοις δ. met lovende woorden begroeten Soph. El. 976. met dat. van personen de rechterhand opsteken naar, met de rechterhand begroeten:. θεοῖσι de goden Aeschl. Ag. 852.

Russian (Dvoretsky)

δεξιόομαι:
1) (тж. δ. χερσί HH) поднимать правую руку или обмениваться рукопожатием (в знак приветствия, прощания или поздравления), приветствовать (ἅπαντες Arph.; ἀλλήλους Lys.; τινα δώροις Arst.; φιλοφρονεῖσθαι καὶ δ. Plut.; στεφανωθῆναι καὶ δεξιωθῆναι Plat.): δ. τινα ἐπαίνοις Soph. встречать кого-л. похвалами; πυκνὴν ἄμυστιν δ. Eur. непрерывно пить за здоровье; τῷ στόματι δ. καὶ φιλήματι ἀσπάζεσθαι Luc. целоваться при встрече;
2) брать за правую руку (τινα Xen.);
3) молиться с поднятой рукой (θεοῖς Aesch.).

Middle Liddell

δεξιά
to greet with the right hand, welcome, greet (cf. δείκνυμι II), c. acc. pers., Ar., Xen.; c. dat. pers., δεξιοῦσθαι θεοῖς to raise one's right hand to the gods, pay honour to them, Aesch.; c. acc. rei, ἄμυστιν δεξιούμενοι pledging one in a bumper, Eur.:—Plat. has aor1 δεξιωθῆναι in pass. sense.