Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δῆγμα

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: δῆγμα Medium diacritics: δῆγμα Low diacritics: δήγμα Capitals: ΔΗΓΜΑ
Transliteration A: dē̂gma Transliteration B: dēgma Transliteration C: digma Beta Code: dh=gma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A bite, sting, X.Mem.1.3.12, Arist.HA604b21, etc.: metaph., δ. λύπης A.Ag.791 (lyr.); ἔρωτος S.Fr.841; ψυχῆς cj. in Luc.Prom.Es2.    II = σπάραγμα ὀδόντων, Hsch.

German (Pape)

[Seite 558] τό, der Biß, Xen. Mem. 1, 3, 12 u. Sp. Uebertr., λύπης Aesch. Ag. 765; vgl. 1164; ἔρωτος Soph. frg. 721.

Greek (Liddell-Scott)

δῆγμα: τό, δάγκαμα, κέντρον, «κεντρί», Ξεν. Ἀπομν. 1. 3, 12, Ἀριστ. Ἱ. Ζ. 8. 24, 6, κ. ἀλλ.· μεταφ., δ. λύπης Αἰσχύλ. Ἀγ. 791· ἔρωτος Σοφ. Ἀποσπ. 721· πρβλ. δάκνω ΙΙΙ.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
morsure.
Étymologie: δάκνω.

Spanish (DGE)

-ματος, τό

• Alolema(s): dór. δᾶγμα Ibyc. en POxy.3538.1.2.9 (cf. ZPE 57.1984.23); δάχμα Nic.Th.119, 128, 152
1 mordedura, herida producida por un mordisco de animal τῆς μυογαλῆς Arist.HA 604b19, 21, Dsc.1.128.6, de cocodrilo, D.S.1.35, de salamanquesa, Orib.Ec.121, de peces, Opp.H.2.423, θηρίων Dsc.1.28.2, D.C.78.21.4, cf. Hippiatr.49.1, PMag.Christ.12.5, ἀπένιψαν τὰ δήγματα (τῶν κυνῶν) Longus 1.21.4, cf. Arist.PA 661b25, Plu.2.1087e, Philostr.Her.17.22, δεινοῦ θηρίου δ. irón. ref. a Lamia la cortesana, Plu.Demetr.27
fig. δ. λύπης la mordedura del sufrimiento A.A.791, cf. 1164, ἔρωτος S.Fr.841, cf. Ibyc.l.c.
2 picadura de insectos y serpientes ἐνίησι γάρ τι τὰ φαλάγγια κατὰ τὸ δ. pues inyectan algo las arañas venenosas en su picadura X.Mem.1.3.12, cf. Nic.Th.654, D.S.3.30, Gal.14.175, τῆς ἀσπίδος Plu.Ant.71, Hld.2.20.2, cf. Nic.Th.187, D.S.3.3, Luc.Pseudol.23, Dsc.1.8, Aët.1.175, ὄφεων Ps.Dicaearch.2.3, D.S.3.47, LXX Sap.16.5, cf. Thphr.HP 9.5.2, D.S.3.50, Dsc.2.10, Ther.15, Nonn.D.4.387, ἀκρίδων καὶ μυιῶν LXX Sap.16.9, ψύλλα ... ἐνῆκε δ. Aesop.260, cf. Arist.Mir.846b16, Nic.Th.152, 274, Philostr.Her.37.3, de cangrejo, Opp.H.2.193
metáf. δήγματα κόρεων picaduras de chinches ref. a las habladurías, Philostr.VS 588.
3 acción de morder, mordisco διὰ δήγματος op. διὰ πληγῆς de la distinta función de los dientes de los anim., Arist.PA 661b25, δήγματι χρηστῷ πάνυ μικροῦ δεῖν χωλὴν αὐτῷ ἐποίησα τὴν χεῖρα poco faltó para que le dejara manco de un buen mordisco Luc.Alex.55, ἐπουραίῳ δήγματι δραξάμενος agarrándose de la cola con un mordisco un lobo a otro AP 9.252, cf. Luc.Nigr.38, σκαιοῦ δῆγμά τ' ἐπιψελίου AP 6.233 (Maec.).
4 lo que muerde o pica, órgano o instrumento mordiente o punzante οὐδὲ ... νόσφι πυρισπάρτου δήγματός ἐστι Ἔρως ni lejos de su picadura de fuego está Eros ref. al aguijón AP 16.208 (Gabriel.)
plu. dientes λίνῳ ... δήγματ' ἐνιπρίουσι (αἱ ῥαφίδες) (los peces aguja) clavan sus dientes en la red Opp.H.3.608
de los anzuelos de la varilla utilizada en la pesca del calamar, Opp.H.4.444.
-ματος, τό
caudillo, príncipe ἑπτὰ ποιμένες καὶ ὀκτὼ δήγματα ἀνθρώπων LXX Mi.5.4.

Greek Monolingual

το (AM δῆγμα) δάκνω
δάγκωμα, δαγκωνιά
νεοελλ.
1. απλό κέντρισμα, τσίμπημα από Έντομο («δήγμα κουνουπιού»)
2. ύπουλη βλάβη, απλό πείραγμα
μσν.
πόνος, οδύνη
αρχ.
1. η ποσότητα την οποία μπορεί κάποιος να δαγκώσει
2. φρ. «δῆγμα λύπης» — λύπη που βασανίζει, σαν δαγκωματιά.

Greek Monotonic

δῆγμα: -ατος, τό (δάκνω), δάγκωμα, τσίμπημα, κέντρισμα, σε Ξεν.· μεταφ., δ.λύπης, σε Αισχύλ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δῆγμα -ατος, τό [δάκνω] beet, steek; overdr.: δῆγμα λύπης bijtend verdriet Aeschl. Ag. 791.

Russian (Dvoretsky)

δῆγμα: ατος τό δάκνω укус (τῶν φαλαγγίων Xen.; δήγματα θανάσιμα Arst.; ἀκολάστων γυναικῶν Plut.; перен. λύπης Aesch.; ἔρωτος Soph.).

Middle Liddell

δάκνω
a bite, sting, Xen.: metaph., δ. λύπης Aesch.