Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνώμαλος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: ἀνώμᾰλος Medium diacritics: ἀνώμαλος Low diacritics: ανώμαλος Capitals: ΑΝΩΜΑΛΟΣ
Transliteration A: anṓmalos Transliteration B: anōmalos Transliteration C: anomalos Beta Code: a)nw/malos

English (LSJ)

ον, (ἀ- priv., ὁμαλός)

   A uneven, irregular, χώρα Pl.Lg.625d; φύσις Id.Ti.58a; τὸ ἀ. τῆς ναυμαχίας Th.7.71 (cj.), cf. Arist.Pr.885a15: and in Sup., Hp.Aër.13; of movements, Arist.Ph.228b16, al.; of periods of time, Id.GA772b7; of the voice, ib.788a1. Adv. -λως, κινεῖσθαι Id.Ph.238a22, cf. Pl.Ti.52e.    II of conditions, fortune, and the like, φεῦ τῶν βροτείων ὡς ἀ. τύχαι E.Fr.684; πόλις, πολιτεία, Pl.Lg.773b, Mx.238e; θέα Plot.6.7.34. Adv. -λως Hp.Prog.3, Isoc.7.29; ἀ. διατεθῆναι τὸ σῶμα fall into precarious health, Prisc.p.333 D.    III of persons, inconsistent, capricious, ὁμαλῶς ἀ. Arist.Po.1454a26; ὄχλος, δαιμόνιον, App.BC3.42, Pun.59; πίθηκος Phryn. Com.20; τύχη AP10.96. Adv. -λως Isoc. 9.44.    IV Gramm., of words which deviate from a general rule, anomalous, Diom.1.327 K.; but τὸ ἀ. τῆς συντάξεως diversity of construction, A.D.Synt.291.17. Adv.-λως Sch.Th.Oxy.853v18.

German (Pape)

[Seite 268] (ὁμαλός), uneben, vom Boden, Plat. Legg. I, 625 d; ungleich, auch ungleichartig, oft bei Plat. u. sonst; τὸ ἀνώμαλον, die Ungleichheit, Thuc. 7, 71; unbillig, τύχη Palld. 121 (X, 96). – Bei Gramm. von der gemeinen Regel abweichend, im Ggstz von ἀνάλογος.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνώμᾰλος: ον (ἀν- ἀρν., ὁμαλὸς) ἐπὶ ἐδάφους, ὁ μὴ ὁμαλός, ὁ μὴ πεδινός, ἥ δε γὰρ (ἡ χώρα] ἀνώμαλος αὖ Πλάτ. Νόμ. 625D· τὸ ἀνώμαλον, ἡ ἀνωμαλία τοῦ ἐδάφους, Θουκ. 7. 71, Ἀριστ. Πρβλ. 5. 40, 1 κ. ἀλλ.· καὶ ἐν τῷ ὑπερθ., Ἱππ. π. Ἀέρ. 289· ἐπὶ κινήσεων, Ἀριστ. Φυσ. 5. 4, 14 κ. ἀλλ.· ἐπὶ περιόδων χρόνου, ὁ αὐτ. π. Ζ. Γεν. 4. 4, 37· ἐπὶ τῆς φωνῆς, αὐτόθι 5. 7, 25: - Ἐπίρρ. ἀνωμάλως: ἀνωμ. κινεῖσθαι ὁ αὐτ. Φυσ. 6. 7, 6 κ. ἀλλ. ΙΙ. ἐπὶ καταστάσεων, περιστάσεων, τύχης καὶ τῶν ὁμοίων, φεῦ τῶν βροτείων ὡς ἀν. τύχαι Εὐρ. Ἀποσπ. 685· πόλις, πολιτεία, Πλάτ. Νόμ. 773Β, Μενέξ. 238Ε· φύσις ὁ αὐτ. Τίμ. 58Α: - Ἐπίρρ. -λως Ἱππ. Προγν. 37, Πλάτ. Τίμ. 52Ε. ΙΙΙ. ἐπὶ προσώπων, ἀσταθής, ἰδιότροπος, κἄν γὰρ ἀνώμαλός τις ᾖ ὁ τὴν μίμησιν παρέχων Ἀριστ. Ποιητ. 15, 6· ὄχλος, δαιμόνιον Ἀππ. Ἐμφύλ. 3. 42, Καρχ. 59· πίθηκος Φρύν. Κωμ. ἐν «Μονοτρόπῳ» 2. IV. παρὰ γραμμ. λέξεις μὴ σχηματιζόμεναι κατὰ τοὺς γενικοὺς κανόνας.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
non uni, inégal.
Étymologie: ἀ, ὁμάλος.

Spanish (DGE)

-ον
I en sent. formal desigual, irregular χώρα Pl.Lg.625d, Hp.Aër.13, D.C.40.21.2, χωρίον D.C.50.12.6, de un camino, Arist.Pr.885a15, τὰ ὄρη D.C.56.20.1, κῶνος Democr.B 155.
II desde el punto de vista interno
1 con mezcla de elementos diversos, desequilibrado σύγκριμα Democr.A 93
no uniforme φύσις Pl.Ti.58a
irregular βίος Iambl.VP 196
de la gestación humana χρόνοι ... ἀνώμαλοι duración variable Arist.GA 772b7
de la salud indispuesto, enfermo ἐμπεσεῖν ... εἰς ἀ. διάθεσιν Dor.Ab.M.88.1736A.
2 gram. anómalo, irregular, nominum genera ... anomala Diom.1.327.1, anomala ... uerborum Priscian.Inst.2.439.17
subst. irregularidad, lo irregular τὸ ἀνώμαλον τῆς συντάξεως A.D.Synt.291.17.
3 del mov. irregular, no uniforme κίνησις Arist.Ph.228b16, Papp.540.10
subst. τὸ ἀνώμαλον Eudem.60 (= Archyt.A 23).
III fig.
1 desigual, desequilibrado ἡ πόλις Pl.Lg.773b, πολιτεῖαι Pl.Mx.238e.
2 de la marcha del destino τῶν βροτείων ... τύχαι E.Fr.684, Τύχη AP 10.96 (Pall.)
subst. τὸ ἀνώμαλον ... τῆς ναυμαχίας la diversa fortuna ... del combate naval Th.7.71.
3 de pers. desigual de carácter κἂν γὰρ ἀνώμαλός τις ᾖ ὁ τὴν μίμησιν παρέχων pues aunque quien es objeto de mímesis sea desigual de carácter Arist.Po.1454a26
caprichoso del carácter ἀ. ὑπ' ὀργῆς Plu.2.74e, ὄχλος App.BC 3.42, δαιμόνιον App.Pun.59, πίθηκος Phryn.Com.20.
IV en sent. act. que produce desequilibrio ἀνώμαλος γὰρ ἡ τούτων πως θέα pues la observación de estos elementos significaría en cierto modo romper la uniformidad (de su estado), Plot.6.7.34.
V adv. -ως
1 de forma desigual τὸν μὲν γὰρ σίδηρον ἀνωμάλως συγκεῖσθαι Thphr.Sens.62.
2 irregularmente, anormalmente τὰ σκέλεα ἀ. διερριμμένα Hp.Prog.3, διανέμειν D.C.52.12.5, cf. 60.10.4
gram. irregularmente ἀ. χρῆται Sch.Th.2.4
ἀ. διατεθῆναι τὸ σῶμα enfermar Prisc.p.333.13.
3 de forma irregular en su movimiento del ἄπειρον Arist.Ph.238a22, Heraclid.Pont.110d, Papp.536.28, 540.9.
4 caprichosamente οὐδὲ πρὸς ἓν ἀτάκτως οὐδ' ἀνωμάλως διακείμενος ni un solo asunto le afectaba deforma desmedida o por capricho Isoc.9.44.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀνώμαλος, -ον)
1. αυτός που δεν είναι ομαλός, ο ακανόνιστος, ανομοιόμορφος
2. (για έδαφος) τραχύς, όχι επίπεδος
3. (για καταστάσεις) τραχώδης, έκρυθμος
4. (Γραμμ.) γραμματικός τύπος, όνομα ή ρήμα, που δεν σχηματίζεται κατά τους γενικούς κανόνες
νεοελλ.
(για πρόσωπα) αυτός που παρουσιάζει αφύσικη σεξουαλική συμπεριφορά
αρχ.
(για πρόσωπα) ασταθής, ασυνεπής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αν- στερ. + ομαλός. Το -ω- (ανώμαλος) από έκταση του φωνήεντος λόγω σύνθεσης].

Greek Monotonic

ἀνώμᾰλος: -ον (ὁμαλός),
1. άνισος, ανόμοιος, ακανόνιστος, σε Πλάτ.· τὸ ἀν., ανωμάλια του εδάφους, σε Θουκ.
2. λέγεται για τη τύχη, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀνώμᾰλος:
1) неровный (χώρα Plat.; περίπατοι Arst.; τόποι Polyb.; χωρία Plut.);
2) неравномерный (κίνησις Arst., Plut.);
3) неравный (τύχαι Eur., Anth.; χρόνοι Arst.);
4) основанный на неравенстве (граждан) (πολιτείαι Plat.);
5) неоднородный, непостоянный (φωνή, ἦθος Arst.);
6) грам. отклоняющийся от нормы, неправильный.

Middle Liddell

ὁμαλός
1. uneven, irregular, Plat.: τὸ ἀν. unevenness of ground, Thuc.
2. of fortune, Thuc.