Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θέα

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: θέᾱ Medium diacritics: θέα Low diacritics: θέα Capitals: ΘΕΑ
Transliteration A: théa Transliteration B: thea Transliteration C: thea Beta Code: qe/a

English (LSJ)

Ion. θέη, ἡ, (θεάομαι)

   A seeing, looking at, θέης ἄξιος, = ἀξιοθέητος, Hdt.1.25, cf. X.HG6.2.34; θέαν λαβεῖν to take or get a view, S. Ph.536, 656; ἐς θέαν [τινὸς] ἔρχεσθαι, ἐπὶ θέαν τἀνδρὸς ἐλθεῖν, to go to see, E.IA427, Pl.La.179e; κατὰ θέαν ἀναβαίνειν τοῦ χωρίου Th. 5.7, cf. 9, 6.31; ἠγριωμένος ἐπὶ τῇ θέᾳ τινός at the sight of... X. Cyr.1.4.24; βαδίζειν ἐπὶ κωμῳδῶν θέαν Id.Oec.3.7.    b of the mind, contemplation, ἡ τοῦ ὄντος θ. Pl.R.582c, cf. Arist.Ph.209b20, etc.    2 aspect, διαπρεπὴς τὴν θ. E.IA1588; αἰσχρὰν θ. παρέχειν X.Eq.7.2; ἀπὸ τῆς θ. εἰκάζειν Luc.VH1.11; ὑποδῦσα θέαν ἀνθρώπου having assumed the appearance of a human being, Palaeph.48.    II that which is seen, sight, Ζηνὶ δυσκλεὴς θ. A.Pr.243; μάλ' ἄζηλος θ. S.El.1455; ὡς ἴδω πικρὰν θ. E.Hipp.809; ἀταρβὴς τῆς θ. without fear of the sight, S.Tr.23: pl., θέαι ἀμήχανοι τὸ κάλλος Pl.R.615a.    2 spectacle, performance, in a theatre or elsewhere, Thphr.Char.5.7, etc.; ἐν ταῖς θ. καὶ ἐν ταῖς πομπαῖς CIG3068 A 22 (Teos), cf. Plu.Caes. 55, Brut.21, Hdn.1.15.1(pl.); μεγάλαι θ.,= Ludi Magni, Plu.Cam. 5.    III place for seeing from, seat in the theatre (cf. αἴγειρος), θέαν εἰς τὰ Διονύσια κατανεῖμαι τοῖς πρέσβεσι Aeschin.2.55, cf. D.18.28; θέαν καταλαμβάνειν to occupy one, Id.21.178; προκαταλαμβάνειν Luc.Herm.39; ἔχειν ἐν τῷ θεάτρῳ Plu.Flam.19, etc.    2 auditorium, IG22.1176.    IV αἴδεσσαί με θέας ὕπερ revere me by thy countenance, dub. in h.Cer.64 codd. (prob. θεὰν σύ περ).

German (Pape)

[Seite 1189] ἡ, der Anblick, das Ansehen, Schauspiel; Aesch. Prom. 241; ὄμμασιν θέαν λαβεῖν, sehen, Soph. Phil. 532; ὅστις ἦν θακῶν ἀταρβὴς τῆς θέας Tr. 23; ὡς ἴδω πικρὰν θέαν Eur. Hipp. 825; εἰς θέαν ἔρχεσθαι I. A. 427; ἔλαφος διαπρεπὴς τὴν θέαν, ausgezeichnet von Ansehen, 1588; θέης ἄξιος, sehenswerth, Her. 1, 25, wie sonst ἄξιος θέας, Plat. Rep. IV, 445 c Xen. Hell. 6, 2, 34 u. A.; ἐλθεῖν Lach. 179 e; ἐπὶ τῇ θέᾳ ἀγριοῦσθαι, bei dem Anblick, Xen. Cyr. 1, 4, 24; Sp. bes. vom Schauspiel, μονομάχους ἐπὶ θέᾳ Ῥωμαίων ἔτρεφε Plut. Brut. 13; αἱ τῆς θέας ἡμέραι Hdn. 1, 15, 5; dah. αἱ θέαι, Festspiele, spectacula, Plut. Caes. 55 u. öfter bei Hdn., z. B. δημοσίᾳ θέας ἐτέλεσεν 1, 15, 1; αἱ μεγάλαι θέαι, ludi magni, Plut. Brut. 21. – Geistig, Betrachtung, ἡ τοῦ ὄντος θέα Plat. Rep. IX, 582 c. – Auch der Schauplatz, Ort zum Anschauen, θέαν εἰς τὰ Διονύσια κατανεῖμαι τοῖς πρέσβεσι Aesch. 2, 55; Sp., Luc. Hermot. 39; Polyaen. 4, 6, 1; θέαν ἔχειν ἐν θεάτρῳ, einen Sitz im Theater haben, Plut. Flam. 19.

Greek (Liddell-Scott)

θέᾱ: Ἰων. θέη, ἡ, (ἴδε ἐν λ. θάομαιθεωρία, ὄψις, κύτταγμα, θέης ἄξιος = ἀξιοθέητος, Ἡρόδ. 1. 25, πρβλ. Ξεν. Ἑλλ. 6. 2, 34· θέαν λαμβάνω, λαμβάνω θέαν, θεῶμαι, βλέπω, Σοφ. Φ. 536, πρβλ. 656· εἰς θέαν τινὸς ἔρχεσθαι, ἐπὶ θέαν ἐλθεῖν Εὐρ. Ι. Α. 427, Πλάτ. Λάχ. 179Ε· ἐπὶ τῇ θέᾳ τινὸς Ξεν. Κύρ. 1. 4, 24· βαδίζειν ἐπὶ κωμῳδῶν θέαν ὁ αὐτ. Οἰκ. 3. 7· ἴδε ἐν λ. διέξοδος. β) ἐπὶ τοῦ πνεύματος, Ἀριστ. Φυσ. 4. 2, 8, κτλ. 2) ὄψις, διαπρεπὴς τὴν θέαν (=ἰδεῖν) Εὐρ. Ι. Α. 1588· αἰσχρὰν θέαν παρέχειν Ξεν. Ἱππ. 7, 2· ἀπὸ τῆς θέας εἰκάζειν Λουκ. Ἀλ. Ἱστ. 1. 11. ΙΙ. τὸ θεωρούμενον θέαμα, Ζηνὶ δυσκλεὴς θ. Αἰσχύλ. Πρ. 241· μάλ’ ἄζηλος θ. Σοφ. Ἠλ. 1455· ὡς ἴδω πικρὰν θ. Εὐρ. Ἱππ. 809· ἀταρβὴς τῆς θέας, μὴ φοβούμενος τὸ θέαμα, Σοφ. Τρ. 23· πληθ., θέαι ἀμήχανοι τὸ κάλλος Πλάτ. Πολ. 615Α. 2) αὐτὸ τὸ θέαμα, Πλούτ. Καίσ. 55, Βρούτ. 21, κτλ. ΙΙΙ. τὸ μέρος, ἐξ οὗ θεᾶταί τις, θέσις, ἑδώλιον ἐν τῷ θεάτρῳ, θέαν εἰς τὰ Διονύσια κατανεῖμαι τοῖς πρέσβεσι Αἰσχίν. 35. 11, πρβλ. Δημ. 234. 24· θέαν καταλαμβάνειν, καταλαμβάνω κάθισμα, ὁ αὐτ. 572. 12· θέα ἡδωλιασμένη Dittenb. SIG. 432, 2· προσκαταλαμβάνειν Λουκ. Ἑρμοτ. 39· ἔχειν ἐν τῷ θεάτρῳ Πλούτ. Φλαμ. 19, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
I. action de regarder, de contempler, contemplation : θέης (ion.) ἄξιος HDT digne d’être vu ; εἰς θέαν τινὸς ἔρχεσθαι EUR venir pour voir qch ; ἐπὶ τῇ θέᾳ τινός XÉN à la vue de qch;
II. 1 aspect : διαπρεπὴς τὴν θέαν EUR d’un aspect distingué ; ἀπὸ τῆς θέας εἰκάζειν LUC ressembler par l’air;
2 objet de contemplation, spectacle ; θέαν λαβόντα SOPH c. ἰδόντα ayant vu ; particul. spectacle au théâtre ; αἱ θέαι jeux, fêtes, spectacles;
3 lieu d’où l’on regarde, particul. partie du théâtre occupée par les spectateurs, place à un spectacle : θέαν ἔχειν ἐν θεάτρῳ PLUT avoir une place dans un théâtre.
Étymologie: R. ΘαϜ, regarder ; cf. θεάομαι, θαῦμα.

Greek Monolingual

η (AM θέα, Α ιων. τ. θέη)
1. παρατήρηση με το βλέμμα, θέαση, κοίταγμα («θέης άξιος» — αξιοθέατος, Ηρόδ.)
2. όψη, εμφάνιση, μορφή (α. «η θέα του μέ φοβίζει» β. «αἰσχράν θέαν παρέχειν», Ξεν.)
3. αυτό που βλέπει κάποιος, οπτική εντύπωση, θέαμα (α. «το σπίτι σου έχει ωραία θέα» β. «ἀταρβὴς τῆς θέας» — χωρίς να φοβάται το θέαμα, Σοφ.·

Greek Monotonic

θέᾱ: Ιων. θέη, ἡ (θάομαι, θεάομαι),
I. 1. όψη, κοίταγμα, θέα· θέης ἄξιος = ἀξιοθέητος, σε Ηρόδ.· θέαν λαβεῖν, έχω θέα ή αποκτώ, σε Σοφ.
2. όψη, οπτική, θέα, άποψη, διαπρεπὴς τὴν θέαν, σε Ευρ.
II. αυτό το οποίο βλέπεται, θέαμα, όραμα, σε Τραγ.
III. το μέρος το οποίο είναι κατάλληλο για να βλέπει κάποιος, εδώλιο θεάτρου, σε Αισχίν., Δημ.

Russian (Dvoretsky)

θέᾱ: ион. θέη ἡ θεάομαι
1) смотрение, глядение, созерцание: θέης ἄξιος Her. достойный обозрения, достопримечательный; εἰς θέαν τινὸς ἔρχεσθαι Eur. прийти посмотреть что-л.; ἐλθεῖν ἐπὶ θέαν τἀνδρός Plat. пойти взглянуть на этого человека; ἐπὶ τῇ θέᾳ τῇ αὑτοῦ Xen. при виде его, взглянув на него; ἡ τοῦ ὄντος θ. Plat. созерцание чистого бытия; ὄμμασιν θέαν λαβεῖν Soph. окинуть взором, лицезреть; ἀκροτάτην ἔχειν θέαν Arst. быть крайне трудным для рассмотрения;
2) вид, внешность, наружность: ἔλαφος διαπρεπὴς τὴν θέαν Eur. лань редкой красоты; ἀπὸ τῆς θέας εἰκάζειν Luc. походить внешностью;
3) вид, зрелище: πικρὰ θ. Eur. ужасный вид; μάλ᾽ ἄζηλος θ. Soph. печальное зрелище; ἀταρβὴς τῆς θέας Eur. не будучи потрясен этим зрелищем; θέαι ἀμήχανοι τὸ κάλλος Plat. видения неописуемой красоты;
4) преимущ. pl. театральное зрелище, представление (αἱ μεγάλαι θέαι Plut.);
5) место в театре: θέαν καταλαμβάνειν Dem. занимать место среди зрителей; θέαν ἔχειν ἐν θεάτρῳ Plut. иметь место в театре.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: seeing, looking at, contemplation, aspect (IA).
Other forms: Ion. θέη (Syrac. θάα?; s. Kaibel CGF 1,200)
Compounds: As 1. member in θεωρός spectator, envoy at a feast, s. v.
Derivatives: Θαΐς f. PN (D. S.). - θεάομαι, Ion. θηέομαι, Dor. θαέομαι (with θάμεθα [Sophr.] and other contracted forms; Bechtel Dial. 2, 191), also with prefix, e. g. ἐκ-, κατα-, συν-, look at, behold (Il.) with several verbal nouns: 1. θέαμα, θέημα sight, spectacle (Semon., A.); 2. θέασις contemplation, insight (Gal., Porph.); 3. θατύς (Dor. < *θαατύς) ἴκριον (= bank in theater), θεωρεῖον, ἐς θατύν εἰς θεωρίαν H.; 4. θέατρον, θέητρον place for spectators, theater (IA) with several compp. and derivv., e. g. ἀμφι-θέατρος prop. bahuvrihi with place for spectators around (ἱππόδρομος, στοά), subst. -ον amphitheater (D. H., Str.), θεατρικός, θεατρίζω, θεατρισμός; 5. θεατής, θεητής spectator (IA) with θεατικός (Arr.); 6. θηητήρ (φ 397), θατήρ (B. 9, 23) id.; 7. θεήμων id. (APl.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: As basis of θέα etc. we can assume *θαϜα; (the of Att. θέα from θεάομαι? s. Schwyzer 188 w. n. 2). From *θάϜα, *θήϜη, θέα (with shortening η > ε; Schwyzer 349) we can explain θα(Ϝ)έομαι, θη(Ϝ)έομαι (with αο > εο; Schwyzer 242f.), θεάομαι without difficulty as denominatives. Or it is an iterative-intensive deverbative (Schwyzer 720) with θέη, θέα as back-formations; this seems indicated by the chronology. Another primary noun is prob. θῆβος (= θῆϜος) θαῦμα with θήγεια (= θήϜεια) θαυμαστά, ψευδῆ and θηταλά (= θηϜαλά) θαυμαστά, ψεύδεσιν ὅμοια H. - No cognates; wrong combinations in Bq, 832. Wrong Szemerényi Glotta 33, 256 (*θάϜα from IE *dhm̥su̯ā etc.). See on θαῦ-μα s.v.

Middle Liddell

θάομαι, θεάομαι
I. a seeing, looking at, view, θέης ἄξιος = ἀξιοθέητος, Hdt.; θέαν λαβεῖν to take or get a view, Soph.
2. aspect, διαπρεπὴς τὴν θέαν Eur.
II. that which is seen, a sight, spectacle, Trag.
III. the place for seeing from, a seat in the theatre, Aeschin., Dem.

Frisk Etymology German

θέα: {théa}
Forms: ion. θέη (syrak. θάα?; vgl. Kaibel CGF 1,200)
Grammar: f.
Meaning: Anschauen, Schau, Besichtigung, Anblick, Schauspiel (ion. att.).
Composita : Als Vorderglied in θεωρός Zuschauer, Festgesandter, s. bes.
Derivative: Davon Θαΐς f. PN (D. S., Plu. u. a.). — Daneben θεάομαι, ion. θηέομαι, dor. θαέομαι (mit θάμεθα [Sophr.] und anderen kontrahierten Formen; Bechtel Dial. 2, 191), auch mit Präfix, z. B. ἐκ-, κατα-, συν-, schauen, betrachten (seit Il.) mit mehreren Verbalnomina: 1. θέαμα, θέημα Anblick, Schauspiel, Augenweide (Semon., A. u. a.); 2. θέασις Betrachtung, Einsicht (Gal., Porph.); 3. θατύς (dor. aus *θαατύς)· ἴκριον (= Bank im Theater), θεωρεῖον, ἐς θατύν· εἰς θεωρίαν H.; 4. θέατρον, θέητρον Zuschauerraum, Theater (ion. att.) mit zahlreichen Kompp. und Ableitungen, z. B. ἀμφιθέατρος eig. Bahuvrihi mit Zuschauerraum rings um (ἱππόδρομος, στοά), Subst. -ον Amphitheater (D. H., Str. usw.), θεατρικός, θεατρίζω, θεατρισμός u. a.; 5. θεατής, θεητής Betrachter, Zuschauer (ion. att.) mit θεατικός (Arr.); 6. θηητήρ (φ 397), θατήρ (B. 9, 23) ib.; 7. θεήμων ib. (APl.).
Etymology : Als Grundform von θέα usw. ist *θάϝα anzusetzen; dabei könnte att. θέα sein -α aus θεάομαι bezogen haben (vgl. Schwyzer 188 m. A. 2). Aus *θάϝα, *θήϝη, θέα (mit Kürzung η > ε; Schwyzer 349) lassen sich θα(ϝ)έομαι, θη(ϝ)έομαι (mit Übergang von αο > εο; Schwyzer 242f.), θεάομαι unschwer als Denominativa verstehen. Ebenso nahe liegt es, darin ein iterativ-intensives Deverbativum zu sehen (Schwyzer 720 m. Lit.), wobei θέη, θέα als Rückbildungen zu erklären sind; für die letztere Alternative spricht die Chronologie der Belege. Als Ableger eines primären, verlorengegangenen Verbs sind jedenfalls θαῦμα, θῶμα (s. d.) zu betrachten. Ein anderes primäres Nomen ist wahrscheinlich θῆβος (= θῆϝος)· θαῦμα mit θήγεια (= θήϝεια)· θαυμαστά, ψευδῆ und θηταλά (= θηϝαλά)· θαυμαστά, ψεύδεσιν ὅμοια H. — Außergriechische Verwandte sind nicht nachgewiesen; verfehlte Kombinationen sind bei Bq und WP. 1, 832 notiert. Nach Szemerényi Glotta 33, 256 wäre *θάϝα aus idg. *dhm̥su̯ā entstanden, wozu noch θάμβος, ταφεῖν aus *dhm̥bh- (τέθηπα Analogiebildung); idg. *dhem- mit verschiedenen Erweiterungen (?).
Page 1,656-657