Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐγχρίω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἐγχρίω Medium diacritics: ἐγχρίω Low diacritics: εγχρίω Capitals: ΕΓΧΡΙΩ
Transliteration A: enchríō Transliteration B: enchriō Transliteration C: egchrio Beta Code: e)gxri/w

English (LSJ)

[ῑ],

   A anoint, ἀλείμμασιν ἑαυτόν Duris 10 J., cf. AP11.117 (Strat.); τοὺς ὀφθαλμούς Apoc.3.18: metaph., ψευδηγόροις φήμαις ἐγχρίειν ἔπη Lyc. 1455:—Med., anoint oneself, ἰξοῦ Str. 15.1.29; ἐ. τὸ πρόσωπον Nic.Dam.p.2 D.: abs., Arr.Epict.2.21.20, etc.:—Pass., Ph. 1.526.    II sting, prick, τινί Pl.Phdr.251d:—Pass., ἰὸς ἐγχρισθείς poison injected by a sting, Ael.NA1.54.    2 stick in, τὸ κέντρον ib. 6.20.

German (Pape)

[Seite 714] (s. χρίω), 1) einreiben, salben; ἑαυτὸν χρώμασιν Ath. XII, 542 d; vom Augenarzt, Strat. 99 (XI, 117); βελόνας φαρμάκοις D. Cass. 72, 14; übertr., ψευδηγόροις φήμαις ἔπη Lycophr. 1455, u. so auch im med., Sp. – 2) einstechen, ἐγκεχρίσθαι σκορπίῳ, = πεπλῆχθαι, B. A. p. 46; ἐγχρίσας τὸ κέντρον Ael. H. A. 6, 20; ἐγχρισθεὶς ἰός, das durch einen Stich eingeflößte Gift, Ael. H. A. 1, 54; absol., angreifen, Plat. Phaedr. 251 d.

Greek (Liddell-Scott)

ἐγχρίω: ῑ, τρίβω, χρίω, τινὶ Ἀθήν. 542D, πρβλ. Ἀνθ. Π. 11. 107· μεταφ., ψευδηγόροις φήμαις ἐγχρίειν ἔπη Λυκόφρ. 1455: Μέσ. ἀλείφομαι, ἐπὰν δὲ τὸ θηρίον ἐγχρίσηται τοῦ ἰξοῦ, περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐζωγροῦντο οἱ πίθηκοι, Στράβων 699, κτλ.: - Παθ., ἰὸς ἐγχρισθείς, δηλητήριον εἰσαχθὲν διὰ τοῦ κέντρου, Αἰλ. π. Ζ. 1. 54. ΙΙ. ἐμπήγω, τὸ κέντρον αὐτόθι 6. 20. ΙΙΙ. κεντῶ, ἐγκεντρίζω, τινὶ Πλάτ. Φαῖδρ. 251D· ἴδε χρίω ΙΙΙ· - «ἐγχρίει· τύπτει, ἐγκεντρίζει», Ἡσύχ.

French (Bailly abrégé)

enduire dans, càd enfoncer (le suc, le venin, etc.);
Moy. ἐγχρίομαι s’enduire de.
Étymologie: ἐν, χρίω.

Spanish (DGE)

• Morfología: [pas. aor. part. ἐγχρισθείς Ps.Dicaearch.2.11, Ael.NA 1.54]
I intr.
1 picar, punzar, pinchar c. dat. loc. τῇ διεξόδῳ ἐγχρίει ref. la salida del plumaje del alma, Pl.Phdr.251d, c. ac. int. ἐ. τὸ κέντρον clavar el aguijón Philostr.Iun.Im.13.3, Ael.NA 6.20, cf. Ael.Dion.ε 8, Hsch.s.u. ἐνέχρισεν.
2 en v. med. darse friegas, untarse con, embadurnarse con c. dat. instrum. o gen. ἐγχριέσθω τῷ ξὺν τῷ ἀργυρέῳ ἄνθει Hp.Mul.1.57, ἐπὰν ... τὸ θηρίον ἐγχρίσηται τοῦ ἰξοῦ cuando el animal se embadurna con liga Str.15.1.29.
II tr.
1 ungir, untar c. ac. del miembro afectado o pers. γλῶσσαν Hp.Morb.2.28, ῥοδίνῳ ἐλαίῳ τὴν κεφαλὴν ἔγχριε Apollonius en Gal.12.475, c. ac. de pers. ἰητρὸς ... Χρύσην ἐνέχρισεν ὁρῶντα AP 11.117 (Strat.), cf. 126.5, LXX To.6.9, ἀλείμμασιν ἐγχρίων ἑαυτόν Duris 10, ἐγχρίσαι στίβι τοὺς ὀφθαλμούς pintar los ojos con antimonio LXX Ie.4.30
en v. med. ungirse τὸ πρόσωπον Nic.Dam.2, en mag. ἀπ' αὐτῆ[ς] (χολῆς) ἐγχρίου πτερῷ ἴβεως τοὺς ὀφθαλμούς PMag.4.47
fig., c. ac. abstr. ψευδηγόροις φήμαις ἐγχρίσας ἔπη Lyc.1455, en v. pas. διάνοια ... ἐγχριομένη καινοῖς ἀεὶ θεωρήμασιν Ph.1.525.
2 medic. aplicar como ungüento, aplicar c. ac. del medicamento utilizado φάρμακον ἐγχρίειν ὅ τι πλεῖστον Hp.Loc.Hom.13, cf. Mul.1.65, τὸ ἄνθος τὸ ἐν τῷ μέλιτι Hp.Morb.2.36, σμύρναν Archig. en Gal.12.797, cf. Cleopatra en Gal.12.492, en v. pas. τὰ φύλλα ... ἐγχρισθέντα Ps.Dicaearch.l.c.
c. doble ac. κολλ[ο] ύριον ἐγχρίσαι τοὺς ὀφθαλμούς Apoc.3.18
tb. en v. med. κολλύρια οὐκ ἄχρηστα τοῖς ... ἐγχριομένοις Arr.Epict.2.21.20
c. ac. del medio utilizado impregnar σπλήνιον ἐγχρίσας Antiphanes en Gal.12.878, βελόνας ... δηλητηρίοις φαρμάκοις ... ἐγχρίοντες D.C.72.14.4, cf. en v. pas., Gal.11.134
abs. dar friegas, aplicar ungüento ἤν τις ἐγχρίσῃ Hp.Carn.17, c. dat. τούτοισιν Hp.Fist.7.
3 inocular en v. pas. ὁ ἐγχρισθεὶς ἰός Ael.NA 1.54.

English (Strong)

from ἐν and χρίω; to rub in (oil), i.e. besmear: anoint.

English (Thayer)

(see ἐν, III:3): 1st aorist active imperative ἐγχρῖσον, middle (in T Tr) ἐνχρισαι (but L WH 1st aorist active infinitive ἐνχρισαι, (Griesbach ἐγχρῖσαι; cf. Veitch, under the word χρίω, at the end)); to rub in, besmear, anoint; middle to anoint for oneself: τούς ὀφθαλμούς, Buttmann (1873) 149f, 131); Winer's Grammar, § 32,4a.). (Strabo, Anthol., Epictetus, others.)

Greek Monolingual

(AM ἐγχρίω)
1. αλείφω εσωτερικά, επιχρίω ή επαλείφω
2. τρίβω
3. μπήγω, χώνω
4. κεντώ, κεντρίζω
5. παρακινώ, παροτρύνω.

Greek Monotonic

ἐγχρίω: [ῑ], μέλ. -σω·
I. τρίβω, αλείφω, τινί, με κάτι, σε Ανθ.
II. κεντώ, κεντρίζω, τινί, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἐγχρίω: (ῑ)
1) намазывать, натирать (ἰητρὸς ἐνέχρισέ τινα Anth.);
2) протирать насквозь: τῇ διεξόδῳ ἐ., sc. ἑαυτῷ Plat. проделывать или прокалывать себе выход.

Middle Liddell

fut. σω
I. to rub, anoint, τινί with a thing, Anth.
II. to sting, prick, τινί Plat.

Chinese

原文音譯:™gcr⋯w 恩格-赫里哦
詞類次數:動詞(1)
原文字根:在內-膏
字義溯源:敷膏,擦,塗;由(ἐν / ἐμμέσῳ / ἐννόμως)*=在,入)與(χρίω)*=塗抹)組成
同源字:1) (ἐγχρίω)敷膏 2) (χρίω)用油塗抹,揉摩
出現次數:總共(1);啓(1)
譯字彙編
1) 擦(1) 啓3:18