Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Ἰωνικός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: Ἰωνικός Medium diacritics: Ἰωνικός Low diacritics: Ιωνικός Capitals: ΙΩΝΙΚΟΣ
Transliteration A: Iōnikós Transliteration B: Iōnikos Transliteration C: Ionikos Beta Code: *)iwniko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A Ionic, Ionian: -κοί, οἱ,= Ἴωνες, Philostr.VS1.21.5: Ἰωνικόν (sc. ὑπόδημα), τό, a kind of

   A shoe, Herod.7.59; esp. with the connotation, effeminate, Ar.Pax46, Pl.Com.69.14, etc. Adv. -κῶς in the Ionic fashion, i.e. softly, effeminately, Ar.Th.163.    2 Ἰ. μέτρον, συζυγία, Ionic, defined in Heph.11, cf. D.H.Comp.4, etc.; πούς Heph.1.9, cf. Aristid.Quint.1.15: -κά, τά, poem in this style, Ath.14.620e. Adv. -κῶς,, prob. in D.H.Dem.43.    3 Ἰ. ἔθος, of the Ionic dialect, A.D.Pron.74.9. Adv. -κῶς Sch.Porph.Abst.2.36: Comp. -ώτερον A.D.Adv.135.1.

Greek (Liddell-Scott)

Ἰωνικός: -ή, -όν, ἀνήκων εἰς τοὺς Ἴωνας, ἐκτεθηλυμμένος, Ἀριστοφ. Εἰρ. 46· - Ἐπίρρ. -κῶς, κατὰ τὸν Ἰωνικὸν τρόπον, θηλυπρεπῶς, Ἀριστοφ. Θεσμ. 163· - τὸ Ἰωνικὸν μέτρον, μέτρον συνιστάμενον ἐξ Ἰωνικῶν στίχων ὡς τοῦ Ὁρατίου ἐν ᾨδ. Γ. 12· - ἀνώμ. θηλ. Ἰωνίς, ίδος, Παυσ. 6. 22, 7, κτλ.· - ὡσαύτως Ἰωνιάς, άδος, Ἀθήν. 681D.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
d’Ionie, ionien, ionique ; ἡ Ἰωνικὴ φιλοσοφία ou αἴρεσις la philosophie ionienne.
Étymologie: Ἴων².

Greek Monotonic

Ἰωνικός: -ή, -όν, Ιωνικός, δηλ. εκθηλυσμένος, θηλυπρεπής, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

Ἰωνικός: ионический, ионийский: ἡ ἰωνικὴ φιλοσοφία или αἵρεσις Plut. ионическая философия (основные представители - Фалес, Анаксимандр и Анаксимен); τὸ ἰωνικὸν μέτρον ионический размер, т. е. стих, состоящий из стоп ‒‒∪∪ (ἰωνικὸν μέτρον ἀπὸ μείζονος, лат. Ionicus a majore) или ∪∪‒‒ (ἰωνικὸν μέτρον ἀπ᾽ ἐλάσσονος, лат. Ionicus a minore).

Middle Liddell

Ἰωνικός,
Ionic, Ionian, i. e. effeminate, Ar.