γυναικόμιμος
Πενία δ' ἄτιμον καὶ τὸν εὐγενῆ ποιεῖ → Pauper inhonorus, genere sit clarus licet → Die Armut nimmt selbst dem, der edel ist, die Ehr'
English (LSJ)
γυναικόμιμον, aping women, γυναικομίμοις ὑπτιάσμασιν χερῶν A.Pr.1005; ἐσθήματα S.Fr.769; μόρφωμα E.Antiop. iiA 7 A.; στολά Id.Ba.980 (lyr.).
Spanish (DGE)
(γῠναικόμῑμος) -ον
que imita a la mujer γυναικόμιμα ὑπτιάσματα χερῶν actitudes de súplica que imitan a las de las mujeres con las manos levantadas hacia arriba A.Pr.1005, ἐσθήματα S.Fr.769, μόρφωμα E.Fr.185.3, στολά E.Ba.980.
German (Pape)
[Seite 510] Weiber nachahmend, weibisch, ὑπτίασμα χερῶν Aesch. Prom. 1005; στολή Eur. Bacch. 980; ἔσθημα Soph. frg. 706.
French (Bailly abrégé)
ος, ον :
qui imite les (manières ou l'habillement des) femmes.
Étymologie: γυνή, μιμέομαι.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
γυναικόμιμος -ον [γυνή, μιμέομαι] vrouwen imiterend.
Russian (Dvoretsky)
γῠναικόμῑμος: подражающий женщинам, т. е. женский (ὑπτιάσματα χερῶν Aesch.; ἔσθημα Soph.; στολά Eur.).
Greek (Liddell-Scott)
γῠναικόμῑμος: -ον, ὁ μιμούμενος τὰς γυναῖκας, γυναικομίμοις ὑπτιάσμασιν χερῶν Αἰσχύλ. Πρ. 1005· ἐσθήματα Σοφ. Ἀποσπ. 706· στολὴ Εὐρ. Βάκχ. 980.
Greek Monolingual
γυναικόμιμος, -ον (AM)
αυτός που μιμείται τις γυναίκες στις κινήσεις ή στο ντύσιμο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γυνή, γυναικός + μίμος (πρβλ. αντίμιμος, λογόμιμος)].
Greek Monotonic
γῠναικόμῑμος: -ον, αυτός που μιμείται τις γυναίκες, σε Αισχύλ., Ευρ.
Middle Liddell
aping women, Aesch., Eur.