Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φιλοσοφία

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: φῐλοσοφία Medium diacritics: φιλοσοφία Low diacritics: φιλοσοφία Capitals: ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Transliteration A: philosophía Transliteration B: philosophia Transliteration C: filosofia Beta Code: filosofi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A love of knowledge, pursuit there of, speculation, Isoc.12.209, Pl.Phd.61a, Grg. 484c, al.; ἡ φ. κτῆσις ἐπιστήμης Id.Euthd.288d; defined as ἄσκησις ἐπιτηδείου τέχνης, Stoic. in Placit. 1 Prooem.2.    2 systematic, methodical treatment of a subject, ἐμπειρίᾳ μέτιθι καὶ φιλοσοφίᾳ Isoc.2.35; ἡ περὶ τὰς ἔριδας φ. scientific treatment of argumentation, Id.10.6; ἡ περὶ τοὺς λόγους φ. the study of oratory, Id.4.10: pl., οἱ ἐν ταῖς φ. πολὺν χρόνον διατρίψαντες Pl.Tht.172c; τέχναι καὶ φ. Isoc.10.67.    3 philosophy, Id.11.22, Pl.Def.414b, etc.; ἱστορία φ. ἐστὶν ἐκ παραδειγμάτων D.H.Rh.11.2:—Isoc. usu. prefixes the Art., 2.51, 5.84, 7.45 (but cf. 2.35 supr.); sts. also in Pl. and Arist., as Pl.Grg.482a, Arist. Metaph.993b20, EN1177a25, and so later, διὰ τῆς φ. καὶ κενῆς ἀπάτης Ep.Col.2.8; but more freq. without Art., τοῖς ἐν φιλοσοφίᾳ ζῶσιν Pl. Phd.68c, al., cf. Arist.Pol.1341b28, al. (cf. Πλάτων καὶ φ. Plu.2.176d); exc. when an Adj. or some qualifying word is added to ἡ θεία φ. Pl.Phdr.239b; ἐκείνου τῇ φ. Id.Ly.213d; ἡ περὶ τὰ ἀνθρώπεια φ. Arist.EN1181b15; ἡ τῶν Ἰταλικῶν φ. Id.Metaph.987a31 (and pl., αἱ εἰρημέναι φ. ib.29); so later ἡ Ἰωνικὴ φ. D.L.1.122; ἡ δογματική, Ἀκαδημαϊκή, σκεπτικὴ φ. S.E.P.1.4, etc.; ὁ Ἐμπεδοκλῆς ἐν ἀρχῇ τῆς φ. Plu.2.607c, etc.; esp. ἡ πρώτη φ. metaphysic, Arist.Metaph. 1026a24, cf. 18.

German (Pape)

[Seite 1286] ἡ, Liebe zur σοφία (s. d. W.); bes. Liebe zur Gelehrsamkeit, zu den Wissenschaften, Beschäftigung damit; bes. wissenschaftliche Behandlung der Redekunst u. Dialektik, ἡ περὶ τοὺς λόγους Isocr. 4, 10; Ggstz ἐμπειρία 2, 35; οἱ περὶ τὴν φιλοσοφίαν διατρίβοντες Oratt. – Liebe zur Weisheit, Philosophie, von Sokrates an gebräuchlich, Plat. Phaedr. 239 b Gorg. 484 c; ἡ φιλοσοφία κτῆσις ἐπιστήμης Euthyd. 288 d. – Uebh. kunstgemäße Behandlung, Untersuchung nach gewissen Regeln u. Grundsätzen, wissenschaftliche Forschung, auch im plur., ἐν ταῖς φιλοσοφίαις πολὺν χρόνον διατρίψαντες Plat. Theaet. 172 c.

Greek (Liddell-Scott)

φῐλοσοφία: ἡ, ἀγάπη τῆς σοφίας ἢ τῆς γνώσεως, ἐπιδίωξις σοφίας, θεωρία, σπουδή, Ἰσοκρ. 276D, Πλάτ. Φαίδων 61Α, Γοργ. 484C, κ. ἀλλ.· ἡ φιλ. κτῆσις ἐπιστήμης ὁ αὐτ. ἐν Εὐθυδ. 288D. 2) συστηματικὴ ἢ μεθοδικὴ ἔρευνα ἢ σπουδὴ πράγματός τινος, Λατ. meditation, Ἰσοκρ. 21Ε· ἡ περὶ τὰς ἔριδας φ., ἐπιστημονικὴ διεξαγωγὴ τῶν συζητήσεων, ὁ αὐτ. 209Β· ἡ περὶ τοὺς λόγους φ., ἡ σπουδὴ τῆς ῥητορικῆς, ὁ αὐτ. 42Ε, πρβλ. φιλοσοφέω ΙΙ, 2· ὡσαύτως ἐν τῷ πληθ., ἐν ταῖς φιλ. πολὺν χρόνον διατρίψαντες Πλάτ. Θεαίτ. 172C· τέχναι καὶ φιλοσοφίαι Ἰσοκρ. 209Β· 3) φιλοσοφία, ἡ ἐξερεύνησις τῆς ἀληθείας καὶ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, ὁ αὐτ. 225, Πλάτ. Ὅροι 414Β· κλπ. ― Ὁ Ἰσοκρ. συνήθως προτάσσει τὸ ἄρθρον, οἱ περὶ τὴν φιλοσοφίαν ὄντες 24Ε, 99Α, 148Ε· ἐνίοτε ὡσαύτως ὁ Πλάτ. καὶ ὁ Ἀριστ. ὡς ἐν Ἀριστ. Μετὰ τὰ Φυσικ. 1 ἐλάττ. 1. 5, Ἠθικ. Νικ. 10. 7, 3· ἀλλὰ συνηθέστατα οὗτοι παραλείπουσιν αὐτό, Πλάτ. ἐν Φαίδωνι 68C, κ. ἀλλ., Ἀριστ. Πολιτικ. 8. 7, 2, κ. ἀλλ., πλὴν ὅταν προστίθηται ἐπιθετικὸς ἢ ἄλλος προσδιορισμὸς εἰς δήλωσιν ἰδιαιτέρου τινὸς συστήματος φιλοσοφίας, ἡ θεία φ. Πλάτ. ἐν Φαίδρῳ 239Β· ἐκείνου τῇ φ. ὁ αὐτ. ἐν Λύσ. 213D· ἡ περὶ τὰ ἀνθρώπινα φ. Ἀριστ. Ἠθ. Νικ. 10. 9, 22· ἡ τῶν Ἰταλικῶν φ. ὁ αὐτ. Μετὰ τὰ Φυσ. 1. 6, 1· οὕτως, ἡ Ἰωνικὴ φ. Διογέν. Λαέρτ. 1. 122· ἡ Ἀκαδημιακή, δογματική, σκεπτικὴ Σέξτ. Ἐμπ. π. Π. 1. 4, κλπ.· Πλάτων καὶ ἡ φιλ. 2. 176D· ὁ Ἐμπεδοκλῆς ἐν ἀρχῇ τῆς φ. αὐτόθι 607C, κλπ.· μάλιστα ἡ πρώτη φ., = Ὀντολογία, καλούμένη καὶ θεολογικὴ ὑπὸ τοῦ Ἀριστ. Μετὰ τὰ Φυσ. 5. 1, πρβλ. 9. 7, Σχόλ. ἐν τῇ Βερολ. Ἐκδ. σ. 519b, 19. 4) παρὰ τοῖς Χριστιανοῖς συγγραφεῦσι, βίος θεωρητικός, ἀσκητικός, Γρηγ. Ναζ.· πρβλ. φιλόσοφος ΙΙ. 3.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 amour de la science ; recherche, étude ou pratique d’un art ou d’une science ; la science, la culture intellectuelle elle-même;
2 particul. culture méthodique de l’éloquence ou de la dialectique : ἡ περὶ τὰς ἔριδας φιλοσοφία ISOCR étude scientifique de l’argumentation;
3 abs. recherche de l’essence des choses, étude des choses de la nature, recherche de la vérité, philosophie : ἡ περὶ τὰ ἀνθρώπινα φιλοσοφία ARSTT la philosophie qui concerne les choses humaines.
Étymologie: φιλόσοφος.

English (Strong)

from φιλόσοφος; "philosophy", i.e. (specially), Jewish sophistry: philosophy.

English (Thayer)

φιλοσοφίας, ἡ (from φιλόσοφος), properly, love (and pursuit) of wisdom; used in the Greek writings of either zeal for or skill in any art or science, any branch of knowledge, see Passow, under the word (cf. Liddell and Scott, under the word). Once in the N. T. of the theology, or rather theosophy, of certain Jewish-Christian ascetics, which busied itself with refined and speculative inquiries into the nature and classes of angels, into the ritual of the Mosaic law and the regulations of Jewish tradition respecting practical life: Lightfoot on Colossians , the passage cited, and Prof. Westcott in B. D., under the word Philosophy).

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ φιλόσοφος
1. η αγάπη και η επιδίωξη της σοφίας, η έφεση για γνώση και μόρφωση
2. η αναζήτηση της φύσης τών πραγμάτων, η προσπάθεια για ανακάλυψη της φύσης και της αλήθειας τών όντων και τών φαινομένων
3. η διδασκαλία, το σύστημα ενός φιλοσόφου, μιας σχολής ή μιας εποχής (α. «η φιλοσοφία του Αριστοτέλους» β. «η φιλοσοφία της Αναγέννησης»)
4. φιλοσοφική απάθεια, στωικότητα, εγκαρτέρηση («δέχθηκε τις αλλεπάλληλες συμφορές με φιλοσοφία»)
5. φρ. «η πρώτη φιλοσοφία» — η μεταφυσική
νεοελλ.
1. α) (κατά τον Ηράκλ.) η διερεύνηση της φύσης τών όντων
β) (κατά τον Πλάτ.) η γνώση του όντως όντος, του άφθαρτου και αιώνιου
γ) (κατά τον Αριστοτ.) η έρευνα τών αιτίων και τών αρχών τών όντων
δ) (κατά τους στωικ.) η ενασχόληση του πνεύματος της οποίας αντικείμενο, σκοπός και λόγος είναι η θεωρητική και πρακτική αρετή
ε) (κατά τους επικουρείους) η διά του λόγου, της λογικής, πρόσκτηση της ικανότητας για ευδαιμονία
στ) (κατά τον Καρτέσιο) το με συστηματική διατύπωση, σύμφωνα με τον λόγο, διαμορφωμένο σύνολο της γνώσης
ζ) (κατά τον Καντ) η έλλογη συσχέτιση κάθε γνώσης με τους σκοπούς του ανθρώπινου λόγου, της λογικής, κατά την οποία ο φιλόσοφος είναι ερευνητής τών εννοιών και νομοθέτης του λόγου
η) (κατά τον Φίχτε) η γενική επιστήμη, η επιστήμη και προϋπόθεση όλων τών επιστημών
θ) (κατά τον Χέγκελ) η επιστήμη του λόγου, του πνεύματος που νοεί τον εαυτό του
ι) (κατά τη μαρξιστ. αντίληψη) γενική θεώρηση του κόσμου και της ζωής, μορφή της κοινωνικής συνείδησης, που αποτελεί ένα σύστημα γενικών εννοιών για τη φύση και την κοινωνία υπό τις πιο γενικές τους εκφάνσεις, καθώς και για τη θέση και τον ρόλο του ανθρώπου στο σύμπαν και για τον τρόπο διαμόρφωσης και τελειοποίησης τών σχέσεων μεταξύ τών ανθρώπων, αφ' ενός, και τών ανθρώπων και της αντικειμενικής πραγματικότητας, αφ' ετέρου
2. το σύνολο τών μεθοδολογικών αρχών που βρίσκονται στη βάση ενός δεδομένου τομέα γνώσης («πολιτική φιλοσοφία»)
3. οι κατευθυντήριες γραμμές και οι βασικές αρχές που προσδιορίζουν μια ενέργεια ή ένα έργο («η φιλοσοφία του νομοσχεδίου δεν πρόκειται να αλλάξει»)
4. ο ιδιαίτερος, ο προσωπικός τρόπος ενός ατόμου να αντιμετωπίζει την ζωή και τα προβλήματά της («είναι αντίθετο με την φιλοσοφία του»)
5. μτφ. ερμηνεία ενός πράγματος, ενός γεγονότος ή ενός φαινομένου με δυσνόητες θεωρίες («άσε τις φιλοσοφίες και πες το απλά»)
6. φρ. α) «δεν θέλει [ή δεν χρειάζεται] φιλοσοφία» — λέγεται για κάτι το απλό και ευνόητο
β) «φιλοσοφία της ιστορίας» — τομέας της φιλοσοφίας που έχει ως αντικείμενο τις γενικότερες νομοτέλειες και την ενότητα του ιστορικού γίγνεσθαι, καθώς και το νόημα της ιστορίας, τις ιδιομορφίες και τα μεθοδολογικά προβλήματα του ιστορικού στοχασμού
γ) «φιλοσοφία της φύσης» — θεωρητική ενασχόληση, που εμφανίστηκε ακόμη από την αρχαιότητα και αποτέλεσε, αργότερα, συνιστώσα τών φιλοσοφικών συστημάτων, ιδίως κατά την περίοδο της Αναγέννησης και τών μετέπειτα χρόνων, και η οποία είχε ως στόχο να διαγράψει μια γενική εικόνα της φύσης και να δώσει μια γενική ερμηνεία τών φαινομένων
δ) «φιλοσοφία της τέχνης» — κλάδος της φιλοσοφίας, που τείνει προς μια γενική θεώρηση της τέχνης, σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της με το θείο, με τις αξίες του αληθούς ή του αγαθού, με την αρμονία
ε) «φιλοσοφία της ζωής» — ομάδα ιδεοκρατικών νεορομαντικών σχολών τών τελών του 19ου και τών αρχών του 20ού αιώνα που επιδίωξαν να κατανοήσουν το φαινόμενο της γνώσης και του πολιτισμού σε σχέση με τη ζωή, υπερβάλλοντας όμως τον ρόλο του βιολογικού παράγοντα και καταλήγοντας στη φόρμουλα του ιστορικού ιντουισιονισμού
στ) «φιλοσοφία του πολιτισμού» — σχετικά αυτόνομη θεωρητική επιστήμη που ερευνά τους νόμους γένεσης και ανάπτυξης του πολιτισμού, τη δομή και λειτουργικότητα τών πολιτιστικών αξιών, τη σχέση ανάμεσα στην αξιολογική, επικοινωνιακή και δραστηριακή πλευρά του πολιτισμού, τις σχέσεις μεταξύ πνευματικού και υλικού πολιτισμού καθώς και τη σχέση ανάμεσα στην πρακτική, υλική δράση και τη δημιουργία αξιών μέσα στην εν γένει δυναμική της κοινωνικής ζωής
ζ) «φιλοσοφία της επιστήμης» — σχετικά ιδιαίτερος κλάδος που τοποθετείται στον χώρο τομής της φιλοσοφίας και της επιστήμης και ο οποίος ερευνά τα μεθοδολογικά, επιστημολογικά και οντολογικά προβλήματα της επιστήμης·η) «φιλοσοφία του δικαίου» — τομέας που ασχολείται με τη διατύπωση εννοιών και θεωριών για την υποβοήθηση της κατανόησης της φύσης του δικαίου, τών πηγών της ισχύος του και του ρόλου του στην κοινωνία
νεοελλ.-μσν.
φρ. «Κρασοπατέρα Φιλοσοφία»
(βυζ.) βυζαντινό σκωπτικό ποίημα στο οποίο σατιρίζονται ιεροί θεσμοί και καταστάσεις της βυζαντινής κοινωνίας και της Εκκλησίας
αρχ.
1. η συστηματική και μεθοδική σπουδή και έρευνα ενός πράγματος («τῶν ἐκ φιλοσοφίας ὅσοι τυγχάνουσιν ἐμπείρως ἔχοντες τῆς περὶ τὴν μουσικὴν παιδείας», Αριστοτ.)
2. (ειδικά) η επιστημονική σπουδή ή άσκηση της ρητορικής και, ιδίως, της διαλεκτικής («τὴν περὶ τοὺς λόγους φιλοσοφίαν», Iσοκρ.)
3. εκκλ. α) η χριστιανική θεολογία («ἵνα μὴ προδῶ τὴν ἱερὰν φιλοσοφίαν», Γρηγ. Νύσσ.)
β) ο ασκητικός, ο πνευματικός βίος
4. ιατρ. η πειθαρχία σε θεραπευτική αγωγή («οἱ νοσοῡντες, ἂν μὴ διαπαντὸς εὐτακτῶσιν, οὐδέν αὐτοῑς ὄφελος τῆς μέχρι τριῶν καὶ τεσσάρων ἡμερῶν φιλοσοφίας», Ιωάνν. Χρυσ.).

Greek Monotonic

φῐλοσοφία: ἡ,
1. αγάπη για γνώση και σοφία, αναζήτηση σοφίας, διαλογισμός, σπουδή, σε Πλάτ. κ.λπ.
2. η συστηματική μελέτη ενός αντικειμένου, έρευνα, σε Ισοκρ.
3. φιλοσοφία, η έρευνα της αλήθειας και της φύσης, σε Πλάτ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

φιλοσοφία:
1) любовь к знанию, любознательность (ἡ φ. κτῆσις ἐπιστήμης, sc. ἐστίν Plat.);
2) исследование, учение, наука (περί τι Isocr.): αἱ φιλοσοφίαι Isocr., Plat. изыскания, исследования;
3) любовь к мудрости, философия (ὀρθῶς ἔχει τὸ καλεῖσθαι τὴν φιλοσοφίαν ἐπιστήμην τῆς ἀληθείας Arst.): ἐν φιλοσοφίᾳ ζῆν Plat. посвятить свою жизнь философии; ἡ πρώτη φ. Arst. философия первоначал, метафизика;
4) философское учение (ἡ τῶν Ἰταλικῶν φ. Arst.; ἡ Ἰωνικὴ φ. Diog. L.; ἡ σκεπτικὴ φ. Sext.).

Middle Liddell

φῐλοσοφία, ἡ,
1. love of knowledge and wisdom, pursuit thereof, speculation, study, Plat., etc.
2. the systematic treatment of a subject, investigation, Isocr.
3. philosophy, the investigation of truth and nature, Plat., etc. [from φῐλόσοφος]

Chinese

原文音譯:filosof⋯a 非羅所非阿
詞類次數:名詞(1)
原文字根:喜愛-智慧
字義溯源:哲學,喜愛智慧,喜愛知識,理學;源自(φιλόσοφος)=喜愛智慧的,哲學家),由(φίλος)=親愛*)與(σοφός)*=智慧的)組成
出現次數:總共(1);西(1)
譯字彙編
1) 理學(1) 西2:8