Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑμέναιος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: ὑμέναιος Medium diacritics: ὑμέναιος Low diacritics: υμέναιος Capitals: ΥΜΕΝΑΙΟΣ
Transliteration A: hyménaios Transliteration B: hymenaios Transliteration C: ymenaios Beta Code: u(me/naios

English (LSJ)

[ῠ], ὁ, (Ὑμήν)

   A the wedding or bridal song, sung by the bride's attendants as they led her to the bridegroom's house, Il.18.493, Hes.Sc.274, A.Ag.707 (lyr.), E.IA1036 (lyr., s. v.l.): pl., παμφώνων ἰαχὰ ὑμεναίων Pi.P.3.17, cf. E.Alc.922 (anap.), etc.: Aeol. ὐμήνᾰος Sapph.91, Epigr.Gr.418.7 (Cyrene): a form ὑμήναιος in Call. Aet.3.1.43.    2 wedding, S.OT422, E.Ion1475 (lyr.): pl., S.Ant. 813 (lyr.), E.IA123 (lyr.), Phld.Mus.p.68K.    II = Ὑμήν, Hymen, the god of marriage, addressed in wedding-songs, freq. in Trag. and Com. (lyr.), Ὑμὴν ὦ Υμέναι' ἄναζ E.Tr.314; Ὑμὴν ὦ Ὑμέναι' Ὑμήν ib.331; Ὑμὴν Ὑμέναι' ὦ Ar.Pax1335; Ὑμὴν ὦ, Ὑμέναι' ὦ Id.Av.1736,1742; Dor. Ὑμὰν ὦ Ὑμέναιε Theoc.18.58; hence the two are used as one word, ὑμὴν ὑμέναιον ἀείδων Opp.C.1.341.

German (Pape)

[Seite 1178] ὁ, der Hochzeitsgesang, den die Begleiter der Braut sangen, wenn diese aus dem väterlichen Hause in das des Bräutigams geführt wurde; Il. 18, 493; Hes. Sc. 274; ὑμεναίων ἰαχὰν παμφώνων, Pind. P. 3, 17; Aesch. Ag. 690; οὔθ' ὑμεναίων ἔγκληρον, Soph. Ant. 807; daher auch = Hochzeit, O. R. 422; Eur. I. A. 430 Ion 1475; nicht selten im plur., παιδὸς δαίσομεν ὑμεναίους, I. A. 123. – Auch wie 'Υμήν, Gott der Ehe, Eur. Troad. 311 Heracl. 917 u. sonst. – S. auch nom. pr.

Greek (Liddell-Scott)

ὑμέναιος: [ῠ], ὁ, (Ὑμὴν) τὸ γαμήλιον ᾆσμα, ὃ ᾖδον αἰ τῆς νύμφης θεράπαιναι καὶ σύντροφοι ἄγουσαι αὐτὴν εἰς τοῦ νυμφίου τὸν οἶκον, νυμφικὸν ᾆσμα, νύμφας δ’ ἐκ θαλάμων δαΐδων ὕπο λαμπομενάων ἡγίνεον ἀνὰ ἄστυ, πολὺς δ’ ὑμέναιος ὀρώρει, «διεγήγερτο πλείστη γαμήλιος ᾠδὴ» (Σχολ.), Ἰλ. Σ. 493, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 274, καὶ Τραγ.· ἐν τῷ πληθ., ὑμεναίων ἰαχὰ παμφώνων Πινδ. ΙΙ. 3. 30, Εὐρ. Ἄλκ. 922, κλπ.· Αἰολικ. Ὑμήνᾰος, Σαπφὼ 9. 3, Συλλ. Ἐπιγρ. 5172. 2) γάμος, Σοφ. Ο. Τ. 422, Εὐρ. Ἴων 1475· καὶ ἐν τῷ πληθ., Σοφ. Ἀντ. 813, Εὐρ. Ι. Α. 123, κλπ. ΙΙ. = Ὑμήν, ὁ θεὸς τοῦ γάμου, εἰς ὃν ἀπετείνοντο τὰ γαμήλια ᾄσματα, Ὑμὴν ὦ Ὑμέναι’ ἄναξ Εὐριπ. Τρῳ. 311. 314. Ὑμὴν ὦ Ὑμέναι’ αὐτόθι 381· Ὑμὴν Ὑμέναι’ ὦ Ἀριστοφ. Εἰρ. 1335 κἑξ.· Ὑμὴν ὦ, Ὑμέναι’ ὦ ὁ αὐτ. ἐν Ὄρν. 1736, 1742· Δωρικ. Ὑμὰν ὦ Ὑμέναιε Θεόκρ. 18. 58, πρβλ. Catull. 61, 62· ὅθεν τὰ δύο εὕρηνται ὡς μία λέξις, Ὑμὴνυμέναιον ἀείδων, Ὀππ. Κυν. 1. 341.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 hyménée, chant nuptial;
2 hyménée, mariage.
Étymologie: ὑμήν.

English (Autenrieth)

wedding-song, bridal-song, Il. 18.493†.

English (Slater)

ῠμέναιος
   a bridal song παμφώνων ἰαχὰν ὑμεναίων (P. 3.17) ὑ]μεναίῳ (supp. Lobel) Πα. 22. b. 4.
   b pro pers. ἁ δ' Ὑμέναιον, ὃν ἐν γάμοισι χροιζόμενον [[[Μοῖρα]]] σύμπρωτον λάβεν ἐσχάτοις ὕμνοισιν (sc. ὕμνει) Θρ. 3. 7.

English (Thayer)

(on its accent cf. Winer s Grammar, § 6,1l.; Chandler § 253), ὑμεναιου, ὁ (ὑμήν, ὑμενος, ὁ, the god of marriage), Hymenaeus, a heretic, one of the opponents of the apostle Paul: B. D., under the word.)

Greek Monolingual

ο / ὑμέναιος, ΝΜΑ, και ὑμήναιος, και αιολ. τ. ὐμήναος, Α
1. γαμήλιο άσμα στην αρχαία Ελλάδα, το οποίο έψαλλαν οι φίλες και οι θεράπαινες της νύφης όταν τήν συνόδευαν από την πατρική οικία στην οικία του γαμβρού
2. ο γάμος·3. ως κύριο όν. ο Υμέναιος·ο θεός προστάτης του γάμου τών Αρχαίων, προς τον οποίο αναπέμπονταν οι γαμήλιες ωδές, ο Ὑμήν.
[ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. του Ὑμήν, -ένος με επίθημα -αιος (πρβλ. Παναθήν-αιος)].

Greek Monotonic

ὑμέναιος: [ῠ], ὁ ( Ὑμήν),
I. 1. υμέναιος, γαμήλιο ή νυφικό τραγούδι, που τραγουδιόταν από τους συνοδούς της νύφης καθώς την οδηγούσαν στο σπίτι του γαμπρού, σε Ομήρ. Ιλ., Τραγ.
2. γάμος, σε Σοφ., Ευρ.· και σε πληθ., σε Σοφ., Ευρ.
II. = Ὑμήν, ο Υμήν, ο θεός του γάμου, στον οποίο αναφέρονταν τα γαμήλια τραγούδια, Ὑμὴν ὦ Ὑμέναι' ἄναξ, σε Ευρ.· Δωρ., Ὑμὰν ὦ Ὑμέναιε, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

ὑμέναιος: (ῠ) ὁ тж. pl.
1) гименей, свадебная песнь (которую исполняли, сопровождая невесту в дом жениха) Hom., Hes., Pind., Trag. etc.;
2) бракосочетание, свадьба Soph., Eur.

Middle Liddell

ὑ˘μέναιος, ὁ, Ὑμήν
I. hymenaeus, the wedding or bridal song, sung by the bride's attendants as they led her to the bridegroom's house, Il., Trag.
2. a wedding, Soph., Eur.; and in pl., Soph., Eur.
II. = Ὑμήν, Hymen, the god of marriage, addressed in wedding-songs, Ὑμὴν ὦ Ὑμέναι' ἄναξ Eur.; doric Ὑμὰν ὦ Ὑμέναιε Theocr.