μεσόδμη: Difference between revisions
Λιμὴν πέφυκε πᾶσι παιδεία βροτοῖς → Omnibus doctrina portus est mortalibus → Ein Hafen ist die Bildung allen Sterblichen
(5) |
(3) |
||
Line 27: | Line 27: | ||
{{lsm | {{lsm | ||
|lsmtext='''μεσόδμη:''' ἡ ([[δέμω]] αντί <i>μεσο-δόμη</i>),<br /><b class="num">1.</b> [[κάτι]] που είναι χτισμένο [[ανάμεσα]], στον πληθ., πιθ. ένα από τα κύρια στηρίγματα ή τμήματα [[μεταξύ]] των στύλων που υποστηρίζουν την [[οροφή]] ενός κτιρίου, σε Ομήρ. Οδ.<br /><b class="num">2.</b> [[τμήμα]] στο [[μέσο]] ενός καραβιού, όπου τοποθετείται [[κάθετα]] το [[κατάρτι]], στο ίδ. | |lsmtext='''μεσόδμη:''' ἡ ([[δέμω]] αντί <i>μεσο-δόμη</i>),<br /><b class="num">1.</b> [[κάτι]] που είναι χτισμένο [[ανάμεσα]], στον πληθ., πιθ. ένα από τα κύρια στηρίγματα ή τμήματα [[μεταξύ]] των στύλων που υποστηρίζουν την [[οροφή]] ενός κτιρίου, σε Ομήρ. Οδ.<br /><b class="num">2.</b> [[τμήμα]] στο [[μέσο]] ενός καραβιού, όπου τοποθετείται [[κάθετα]] το [[κατάρτι]], στο ίδ. | ||
}} | |||
{{elru | |||
|elrutext='''μεσόδμη:''' ἡ<b class="num">1)</b> поперечная балка (кровля опиралась на систему балок поперечных - μεσόδμαι - и продольных - δοκοί) Hom.;<br /><b class="num">2)</b> корабельная балка (с гнездом для мачты) Hom. | |||
}} | }} |
Revision as of 23:56, 31 December 2018
English (LSJ)
ἡ, (δέμω, cf. EM581.5) Att. μεσόμνη IG22.1668.48, 53:—
A tie-beam, τοῖχοι μεγάρων καλαί τε μεσόδμαι Od.19.37, cf. 20.354 (expld. by Aristarch. as = μεσόστυλα, by others as τὰ μεταξὺ τῶν δοκῶν διαστήματα, cf. Hsch.); κρεμάσαι χρὴ τὸν ἄνθρωπον τῶν ποδῶν πρὸς μεσόδμην Hp.Art.70; expld. as τὸ μέγα ξύλον ἀπὸ τοῦ ἑτέρου τοίχου πρὸς τὸν ἕτερον διῆκον Gal. ad Hp.l.c. (18(1).738), cf. IGll. cc., SIG 248 N8 (Delph., iv B. C.), Q.S.13.451. 2 box amidships, in which the mast was stepped, ἱστὸν . . κοίλης ἔντοσθε μεσόδμης στῆσαν ἀείραντες Od.2.424. 3 shelf built between the floor of the gallery and the roof, pl., IG22.1668.74, 85: sg., ib.78. II μεσόδμα, Lacon. μεσσοδόμα, = γυνή, Hsch.
German (Pape)
[Seite 138] ἡ (d. i. μεσοδόμη, von δέμω), eigtl. Zwischenbau; – a) Od. 19, 37. 20, 354 werden καλαὶ μεσόδμαι neben den τοῖχοι genannt, blendenartig vertiefte Zwischenräume, zwischen vortretenden Wandpfeilern, Hesych. erkl. μεσόστυλα. – b) der Querbalken des Schiffes, der in der Mitte hohl ist, um den Mastbaum darin aufzurichten, κοίλη, Od. 2, 424. 15, 289; Ap. Rh. 1, 563. – c) später übh. ein Quer- od. Tragbalken, bes. an welchem man große Lasten wägt, Wagebalken, Hippocr., VLL.
Greek (Liddell-Scott)
μεσόδμη: ἡ, (δέμω, οἱονεὶ ἀντὶ μεσοδόμη)· - τὸ ἐν μέσῳ ἢ μεταξὺ ᾠκοδομημένον, τοῖχοι μεγάρων καλαί τε μεσόδμαι Ὀδ. Τ. 37, πρβλ. Υ. 350· ἔνθα ὁ Ἀρίσταρχος ἑρμηνεύει διὰ τοῦ μεσόστυλα (πρβλ. Ἡσύχ.), «καθ’ ἑτέρους δὲ τὰ μεταξὺ τῶν δοκῶν. ἔνιοι δέ, διαφράγματα ἢ καὶ διαστήματα μεταξὺ τῶν κιόνων, οἵ φασι περὶ τοὺς τοίχους ἦσαν» (Εὐστ.). 2) ὀπὴ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πλοίου ἐν ᾗ ἐνεβάλλετο ὁ ἱστός, «λεχθεὶς οὕτω παρὰ τὸ μέσον τῆς νηὸς δεδομῆσθαι» (Εὐστ.), ἱστόν... κοίλης ἔντοσθε μεσόδμης στῆσαν ἀείραντες Ὀδ. Β. 424., Ο. 289. 3) ἡ κυρία δοκὸς τῆς ὀροφῆς ἡ ἀνέχουσα ὅλον τὸ βάρος αὐτῆς, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 832· πρβλ. Γαλην. Λεξ. ἐν λ, καὶ τόμ. 12. 454.
French (Bailly abrégé)
ης (ἡ) :
1 poutre transversale où s’emboîte le mât, vulg. le coursier;
2 entrecolonnement.
Étymologie: μέσος, δέμω.
English (Autenrieth)
(δέμω): properly something mid-built.—(1) mast-block, represented in the cut (see a) as a metal shoe in which the mast was firmly fastened so as to be turned back ward on the pivot (c) to a horizontal position, until it rested upon the ἱστοδόκη, Od. 2.424. See also plate IV., where the μεσόδμη is somewhat differently represented as a threesided trough or mast-box.—(2) μεσόδμαι, small spaces or niches, opening into the μέγαρον of the house, and enclosed on three sides, behind by the outside wall, and on either side by the low walls which served as foundations of the columns, Od. 19.37. (See plate III., γ, and cut No. 83.)
Greek Monolingual
η (Α μεσόδμη και δωρ. τ. μεσόδμα και αττ. τ. μεσόμνη)
1. μεγάλη δοκός η οποία περνάει οριζόντια από τοίχο σε τοίχο και στηρίζει τη στέγη, το μεσοδόκι
2. δοκός που τέμνει εγκάρσια από τη μια ώς την άλλη πλευρά το πλοίο, πάνω από το εσωτρόπιο, η μπικεριά («ἱστόν... κοίλης ἔντοσθε μεσόδμης στῆσαν ἀεὶραντες», Ομ. Οδ.)
αρχ.
1. σανίδωμα το οποίο ήταν κατασκευασμένο μεταξύ του πατώματος της στοάς και της οροφής
2. στον πληθ. αἱ μεσόδμαι
οι εγκάρσιες δοκοί της στέγης που στηρίζονταν σε κίονες οι οποίοι χώριζαν τον χώρο της αίθουσας κάτω από τη στέγη («τοῑχοι μεγάρων καλαί τε μεσόδμαι», Ομ. Οδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. είναι σύνθετη < μεσ(ο)- + -δμ-η (μηδενισμένη βαθμίδα του θ. δεμ- του ρήματος δέμω). Ο τ. μεσόμνη από τροπή του -δμ- σε -μν-].
Greek Monotonic
μεσόδμη: ἡ (δέμω αντί μεσο-δόμη),
1. κάτι που είναι χτισμένο ανάμεσα, στον πληθ., πιθ. ένα από τα κύρια στηρίγματα ή τμήματα μεταξύ των στύλων που υποστηρίζουν την οροφή ενός κτιρίου, σε Ομήρ. Οδ.
2. τμήμα στο μέσο ενός καραβιού, όπου τοποθετείται κάθετα το κατάρτι, στο ίδ.
Russian (Dvoretsky)
μεσόδμη: ἡ1) поперечная балка (кровля опиралась на систему балок поперечных - μεσόδμαι - и продольных - δοκοί) Hom.;
2) корабельная балка (с гнездом для мачты) Hom.