τρίτος: Difference between revisions

From LSJ

ἔστι δίκης ὀφθαλμός ὃς τά πανθ' ὁρᾶ → there is an eye of justice that sees everything, all-seeing justice

Source
(strοng)
(T21)
Line 30: Line 30:
{{StrongGR
{{StrongGR
|strgr=ordinal from [[τρεῖς]]; [[third]]; neuter (as [[noun]]) a [[third]] [[part]], or (as adverb) a (or the) [[third]] [[time]], [[thirdly]]: [[third]](-ly).
|strgr=ordinal from [[τρεῖς]]; [[third]]; neuter (as [[noun]]) a [[third]] [[part]], or (as adverb) a (or the) [[third]] [[time]], [[thirdly]]: [[third]](-ly).
}}
{{Thayer
|txtha=τρίτῃ, τρίτον, the [[third]]: [[with]] substantives, τῇ τρίτῃ [[ἡμέρα]], ); τῆς [[ἡμέρα]] τῇ τρίτῃ, L mrg; Tr WH marginal [[reading]] τῇ τρίτῃ [[ἡμέρα]]); [[ἕως]] τῆς τρίτῃ ἡμέρας, τρίτον, accusative [[masculine]] substantively, a [[third]] ([[namely]], [[servant]])), τό τρίτον [[with]] a genitive of the [[thing]], the [[third]] [[part]] of [[anything]], τό τρίτον the [[third]] [[time]], τρίτον a [[third]] [[time]], [[τοῦτο]] τρίτον, [[this]] is ([[now]]) the [[third]] [[time]] ([[see]] [[οὗτος]], II. d.), st); τρίτον in enumerations [[after]] [[πρῶτον]], δεύτερον, in the [[third]] [[place]], [[thirdly]], ἐκ τρίτου, a [[third]] [[time]] (Winer's Grammar, § 51, d.), L Tr marginal [[reading]] brackets ἐκ τρίτου).
}}
}}

Revision as of 18:01, 28 August 2017

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: τρίτος Medium diacritics: τρίτος Low diacritics: τρίτος Capitals: ΤΡΙΤΟΣ
Transliteration A: trítos Transliteration B: tritos Transliteration C: tritos Beta Code: tri/tos

English (LSJ)

[ῐ], Aeol. τέρτος (v. τέρτα) η, ον, (τρεῖς)

   A third, τοῖσι δ' ἐπὶ τρίτος ἦλθε Od.20.185, cf. 14.471; τρίτος αὐτός himself the third, i. e. with two others (v. αὐτός 1.6) τ. ἡμίδραχμον two drachmae and a half, Din.Fr.8.4; cf. ἡμιτάλαντον; τ. γενέσθαι to be third in a race, Isoc.16.34, cf. Plu.Alc.11:—the third freq. appears as completing the tale, e.g. the third and last libation was offered to Ζεὺς Σωτήρ, Διὸς σωτηρίου σπονδὴ τρίτου κρατῆρος S.Fr.425, cf. A.Fr.55; ἔγχει κἀπιβόα τρίτον παιῶν', ὡς νόμος ἐστίν Pherecr.131.5 (cf. τριτόσπονδος): metaph., Κράτος τε καὶ Δίκη σὺν τῷ τρίτῳ . . Ζηνί A.Ch.244, cf. Eu. 759, Supp.26 (anap.); τρίτην ἐπενδίδωμι (sc. πληγήν) the third and finishing stroke, Id.Ag.1386; Ἐρινὺς . . αἷμα πίεται, τρίτην πόσιν, i. e. the blood of Clytemnestra and Aegisthus, the first being that of the children of Thyestes, the second that of Agamemnon, Id.Ch.578, cf. 1066 (anap.).    II τρίτη, with or without ἡμέρα, the day after tomorrow, ἐς τρίτην ἡμέραν Ar.Lys.612; εἰς τρίτην Anaxandr.4; τῇ τρίτῃ X.HG3.1.17, etc.; τρίτῃ καὶ τετάρτῃ Id.An.4.8.21, etc.; but ἐχθὲς καὶ τ. ἡμέραν yesterday and the day before, Id.Cyr.6.3.11:—διὰ τρίτης two days later, Arist.Fr.368; but, every other day, Hp.Fract. 48, Gal.6.354.    2 with other Nouns omitted, ἡ τ. (sc. χορδή) the third string in the heptachord, = ἡ παραμέση, Arist.Pr.920a16, Plu.2.1137b:—ἡ τ. (sc. πληγή) the third blow, v. supr. 1:—ἡ τ. (sc. μερίς) the third part of a coin or weight, Hsch. s.v. ἕκτη, Phot. post Τριτοπάτορες; ἐγένετο ὁ μέδιμνος χρυσοῦ καὶ δύο τριτῶν IPE12.32A63 (Olbia, iii B. C.); third of a stater, Herod.2.64.    III τρίτον as Adv., thirdly, S.Ant.55, Fr.380; a third time, E.Hel.1417, Aristid.2.182 J.; πρῶτον μὲν... δεύτερον δὲ... τ. δὲ . . Pl.R.358c; τοῦτο τ. this third time, LXXNu.22.32, Ev.Jo.21.14:—in Hom. always τὸ τρίτον, Il.3.225, 6.186, al., cf. Hdt.1.55, Ar.Ach.997, Th.6.5, etc.:—also ἐκ τρίτου in the third place, Pl.Ti.54a (but = the third time, Ev.Matt. 26.44, Dsc. 5.32); ἐκ τρίτων E.Or.1178, Pl.Grg.500a:—regul. Adv. τρίτως in the third degree, Id.Ti.56b.    2 τρίτον thrice, Syrian.in Metaph. 134.15, Gp.2.39.7, al., Sch.Pi.O.2.123; Elean ἐν τρίτον Schwyzer 412.4.    IV τὸ τ. μέρος Isoc.12.177, etc.; τὸ τ. Luc.Tox.46; τὸ τ. τοῦ ἀριθμοῦ Str.7.7.4, cf. LXXNu.15.6; ἐπὶ τῷ τ. at the third signal, X.An.2.2.4.    V τρίτα, τά,    1 (sc. ἱερά) a sacrifice offered the third day after the funeral, Ar.Lys.613, Is.2.37, Poll.8.146.    2 τὰ τρίτα λέγειν τινί play the third part (like τριταγωνιστεῖν τινι), D.19.246, cf. Men.223.17.    3 πρῶτα δραμεῖν καὶ δεύτερα καὶ τ. win . . third place in the race, E.Epigr.3 (τρίτατα cj. Bgk.). (Cf. Skt. trlīyas, Lat. terlius, etc.)

German (Pape)

[Seite 1149] der dritte, Hom. u. Hes. u. Folgde überall; τρίτος αὐτὸς ἦλθεν, er ging selbdritter, d. i. mit zwei Andern, vgl. Od. 20, 185; – τρίτην ἡμέραν, vorgestern, Lob. Phryn. p. 323; – τρίτον, adv., drittens, zum dritten Male, τὸ τρίτον, od., wie Wolf schreibt, τοτρίτον, Il. 6, 186 u. öfter; Her. 1, 55 u. sonst; Plat. Prot. 351 d; ἔτι δὴ τὸ τρίτον λέγωμεν, Parm. 155 e; – τὰ τρίτα, sc. ἱερά, ein Todtenopfer, das am dritten Tage nach der Bestattung dargebracht wurde, τὰ τρίτα ποιεῖν, Isae. 2, 37; – auch sc. ἆθλα, der dritte Kampfpreis; – τὰ τρίτα λέγειν τινί, unter Einem die dritte Rolle spielen, Dem. 19, 246.

Greek (Liddell-Scott)

τρίτος: [ῐ], -η, -ον, (ἴδε τρεῖς), Λατ. tertius, Ὅμ., Ἡσ. κλπ.· τοῖσι δ’ ἐπὶ τρίτος ἦλθε, αὐτὸς τρίτος, δηλ. μετὰ δύο ἄλλων, Ὀδ. Υ. 185, πρβλ. Ξ. 471· οὕτω, τρίτος αὐτὸς (ἴδε αὐτὸς Ι. 6)· τρίτος γίγνομαι, δηλ. τρίτος ἐν ἀγῶνι, νικῶ τρίτος, Ἰσοκρ. 353D· - ἡ λ. τρίτος συχνάκις φαίνεται ὡς συμπληρωτικὴ καὶ τελειωτική· π.χ. ἡ τρίτη καὶ τελευταία σπονδὴ ἐγένετο εἰς τιμὴν Διὸς τοῦ Σωτῆρος, Διὸς σωτηρίου σπονδὴ τρίτου κρατῆρος Σοφ. Ἀποσπ. 375 (ἴδε σωτὴρ Ι. 2, καὶ πρβλ. τριτόσπονδος)· ἔγχει κἀπιβόα τρίτον παιῶν’, ὡς νόμος ἐστὶν Φερεκράτ. ἐν «Πέρσαις» 2· ὅθεν μεταφορ., Κράτος τε καὶ Δίκη σὺν τῷ τρίτῳ... Ζηνὶ Αἰσχύλ. Χο. 244, πρβλ. Εὐμ. 759, Ἱκέτ. 27, Ἀποσπ. 52· τρίτην ἐπενδίδωμι (ἐξυπακ. πληγήν), τὴν τρίτην καὶ τελειωτικήν, ὁ αὐτ. ἐν Ἀγ. 1386· Ἐρινύς... αἷμα πίεται, τρίτην πόσιν, δηλ. τὸ αἷμα τῆς Κλυταιμνήστρας καὶ τοῦ Αἰγίσθου· πρώτη δὲ πόσις ὑπῆρξεν ἡ τοῦ αἵματος τῶν τέκνων τοῦ Θυέστου καὶ δευτέρα τοῦ Ἀγαμέμνονος, ὁ αὐτ. ἐν Χο. 578, πρβλ. 1065 κἑξ. ΙΙ. τρίτη μετὰ τοῦ ἡμέραἄνευ αὐτοῦ, ἡ μετὰ τὴν αὔριον· ἐς τρίτην ἡμέραν Ἀριστοφ. Λυσ. 612· εἰς τρίτην Ἀναξανδρίδ. ἐν «Ἀγχίσῃ» 1· τῇ τρίτῃ Ξεν. Ἑλλ. 3. 1, 17, κλπ.· τρίτῃ καὶ τετάρτῃ ὁ αὐτ. ἐν Ἀναβ. 4. 8, 21, κλπ.· - ἀλλά, χθὲς καὶ τρ. ἡμέραν, χθὲς καὶ προχθές, ὁ αὐτ. ἐν Κύρ. 6. 3. 11· διὰ τρίτης κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν, διαρκούσης τῆς τρίτης ἡμέρας, Αἰλ. περὶ Ζῴων 4. 57· ἢ κατὰ πᾶσαν τρίτην ἡμέραν, Ἱππ. 779F. 2) μετ’ ἄλλων οὐσιαστικῶν, ἅτινα παραλείπονται, ἡ τρίτη (ἐξυπακ. χορδή), ἡ τρίτη χορδὴ τοῦ ἑπταχόρδου, = ἡ παραμέση, Ἀριστ. Προβλ. 19. 32, Πλούτ. 2. 1137D· - ἡ τρίτη (ἐξυπακ. πληγή), τὸ τρίτον χτύπημα, ἴδε ἀνωτ. Ι· - ἡ τρίτη (ἐξυπακ. μερίς), τὸ τρίτον μέρος νομίσματος ἢ βάρους, Ἡσύχ., Φώτ.· - τρίτον ἡμίδραχμον, δύο δραχμαὶ καὶ ἡμίσεια, Ἁρποκρ. ΙΙΙ. τρίτον ὡς ἐπίρρ., κατὰ τρίτον λόγον, Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 52, Σοφ. Ἀντ. 55, Ἀποσπ. 69, Εὐρ., κλπ.· πρῶτον μέν..., δεύτερον δέ..., τρίτον δέ... Πλάτ. Πολ. 358C· - παρ’ Ὁμήρ. ἀείποτε τὸ τρίτον (ἤ, ὡς γράφει ὁ Wolf, τοτρίτον), Ἰλ. Γ. 225, Ζ. 186, κλπ.· οὕτω καὶ Ἡρόδ. 1. 55, Ἀριστοφ. Ἀχ. 997, Θουκ., κλπ.· ὡσαύτως, ἐκ τρίτου Πλάτ. Τίμ. 54Β· ἐκ τρίτων Εὐριπ. Ὀρ. 1178, Πλάτ. Γοργ. 500Α· - ὁ ὁμαλὸς ἐπιρρηματικὸς τύπος τρίτως πρῶτον ἐν Πλάτ. Τιμ. 56Β, πρβλ. Λοβέκ. εἰς Φρύνιχ. 311. IV. τὸ τρίτον μέρος Ἰσοκρ. 270Α, κλπ.· τὸ τρίτον Λουκ. Τόξ. 46· ἐπὶ τῷ τρίτῳ, κατὰ τὸ τρίτον σάλπισμα, Ξεν. Ἀνάβ. 2. 2, 4. V. τρίτα, τά, 1) (ἐξυπακουομ. τοῦ ἱερά), θυσία ὑπὲρ τοῦ τεθνεῶτος γινομένη τὴν τρίτην ἡμέραν μετὰ τὴν κηδείαν, Ἰσαῖ. περὶ Μενεκλ. Κλήρου § 37, Πολυδ. Η΄, 146. 2) τὰ τρίτα λέγειν τινί, ὡς τὸ τριταγωνιστεῖν τινι, Δημ. 418. 5, πρβλ. Ἀριστοφ. Λυσ. 613· ὁ κακοήθης τρίτα λέγει Μένανδρ. ἐν «Θεοφορουμένῃ» 2. 17. 3) ἅρματι πρῶτα δραμεῖν καὶ δεύτερα καὶ τρίτα Εὐρ. παρὰ Πλουτ. Ἀλκ. 11. (Σανσκρ. tritiya).

French (Bailly abrégé)

η, ον :
troisième ; τρίτος ἦλθε OD il vint lui troisième, càd avec deux autres ; en ce sens joint à αὐτός : αὐτὸς τρίτος PLUT, τρίτος αὐτός LUC lui troisième de sa personne ; Τρίτη (πληγή) ESCHL le troisième coup, le coup final;
subst. I. ἡ Τρίτη (ἡμέρα) le troisième jour ; τῇ τρίτῃ le troisième jour ; εἰς τρίτην pour le troisième jour ; διὰ τρίτης pendant le troisième jour;
II. τὸ τρίτον le tiers ; adv. • τρίτον, • τὸ τρίτον pour la troisième fois ; ἐκ τρίτων en troisième lieu;
III. τὰ τρίτα :
1 le troisième prix de la lutte;
2 le troisième rôle.
Étymologie: τρίς.

English (Autenrieth)

third; τὸ τρίτον, in the third place, for the third time, Il. 3.225.

English (Slater)

τρῐτος (-ον; -αν, -αισιν; n. pro adv., -ον.) “τρίταισιν δ' ἐν γοναῖς ἄμμες αὖ κείνων φυτευθέντες σθένος ἀελίου χρύσεον λεύσσομεν” (P. 4.143) ῥίζαν ἀπείρου τρίταν εὐήρατον (τὴν Λιβύην Σ.) (P. 9.8)
   1 ἀγῶνί τε Κίρρας ἐν τῷ Θρασυδᾷος ἔμνασεν ἑστίαν τρίτον ἔπι στέφανον πατρῴαν βαλών (P. 11.14) Περσεὺς ὁπότε τρίτον ἄυσεν κασιγνητᾶν μέρος ἐνναλίᾳ Σερίφῳ λαοῖσί τε μοῖραν ἄγων (i. e. Medusa) (P. 12.11) διπλόαν νίκαν ἀνεφάνατο παίδων λτ;τεγτ; τρίταν πρόσθεν (I. 4.71) εἴη δὲ τρίτον σωτῆρι πορσαίνοντας Ὀλυμπίῳ Αἴγιναν κάτα σπένδειν μελιφθόγγοις ἀοιδαῖς (sc. κρατῆρα: τὸν δὲ τρίτον κρατῆρα Διὸς σωτῆρος ἔλεγον Σ.) (I. 6.7) κατὰ μὲν φίλα τέκν' ἔπεφνεν δώδεκ, αὐτὸν δὲ τρίτον (sc. τὸν πατέρα Νηλέα: i. e. τρίτον καὶ δέκατον) fr. 171. n. acc. s. pro adv., ἐν δὲ πείρᾳ τέλος διαφαίνεται ὧν τις ἐξοχώτερος γένηται, ἐν παισὶ νέοισι παῖς, ἐν ἀνδράσιν ἀνήρ, τρίτον ἐν παλαιτέροισι (N. 3.72)

Spanish

tercero

English (Strong)

ordinal from τρεῖς; third; neuter (as noun) a third part, or (as adverb) a (or the) third time, thirdly: third(-ly).

English (Thayer)

τρίτῃ, τρίτον, the third: with substantives, τῇ τρίτῃ ἡμέρα, ); τῆς ἡμέρα τῇ τρίτῃ, L mrg; Tr WH marginal reading τῇ τρίτῃ ἡμέρα); ἕως τῆς τρίτῃ ἡμέρας, τρίτον, accusative masculine substantively, a third (namely, servant)), τό τρίτον with a genitive of the thing, the third part of anything, τό τρίτον the third time, τρίτον a third time, τοῦτο τρίτον, this is (now) the third time (see οὗτος, II. d.), st); τρίτον in enumerations after πρῶτον, δεύτερον, in the third place, thirdly, ἐκ τρίτου, a third time (Winer's Grammar, § 51, d.), L Tr marginal reading brackets ἐκ τρίτου).