μνεία

From LSJ
Revision as of 06:00, 31 December 2018 by Spiros (talk | contribs) (3)

διάνοια, ἐὰν ἐρευνᾷς τοὺς ἱεροφαντηθέντας λόγους μὲν θεοῦ, νόμους δὲ ἀνθρώπων θεοφιλῶν, οὐδὲν ταπεινὸν οὐδ᾽ ἀνάξιον τοῦ μεγέθους αὐτῶν ἀναγκασθήσῃ παραδέχεσθαι → if, O my understanding, thou searchest on this wise into the oracles which are both words of God and laws given by men whom God loves, thou shalt not be compelled to admit anything base or unworthy of their dignity

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μνεία Medium diacritics: μνεία Low diacritics: μνεία Capitals: ΜΝΕΙΑ
Transliteration A: mneía Transliteration B: mneia Transliteration C: mneia Beta Code: mnei/a

English (LSJ)

ἡ,

   A = μνήμη, remembrance, βίου δὲ τοῦ παρόντος οὐ μνείαν ἔχεις S.El.392, cf. E.Ph.464, Pl.Lg.798b; κατά γε τὴν ἐμὴν μ. dub. in Ael. VH6.1; μνείας χάριν, freq. in late epitaphs, IG3.3112, al.    II mention, περί τινος μνείαν ποιεῖσθαι And.1.100, cf. Aeschin.1.160; περί τινος πρός τινα Pl.Prt.317e; τὴν μνείαν περί τινος ἀποδιδόναι Arist.PA58b13; ὅ τι καὶ μνείας ἄξιον Id.Pol.1274b17; μ. τινῶν ποιεῖσθαι ἐπὶ τῶν προσευχῶν Ep.Rom.1.2, al., cf. Epigr.Gr.983.3 (i B. C.); reminder, τινος Pl.Phdr.254a; commemoration, αἱ μ. τῶν ἁγίων v. l. in Ep.Rom.12.13.

German (Pape)

[Seite 194] ἡ, Erinnerung, Gedächtniß; βίου δὲ τοῦ παρόντος οὐ μνείαν ἔχεις; Soph. El. 384, = μέμνησαι; so auch Eur. Phoen. 467 Bacch. 46, wie in Prosa, Isocr. 5, 37 Plat. Menex. 244 a Dem. 59, 71 u. Sp.; μνείαν ποιεῖσθαι περί τινος, erwähnen, Andoc. 1, 100, wie Plat. Prot. 317 e, u. τινός, Phaedr. 254 a; κατά γε τὴν ἐμὴν μνείαν, so weit ich mich erinnere, Ael. V. H. 6, 1. – Nach Plut. Symp. 9, 14, 1 sollen auch die Musen μνεῖαι genannt worden sein.

Greek (Liddell-Scott)

μνεία: ἡ, = μνήμη, ἀνάμνησις, ἐνθύμησις, βίου δὲ τοῦ παρόντος οὐ μνείαν ἔχεις Σοφ. Ἠλ. 392· οὕτως ἐν Εὐρ. Φοιν. 464, Πλάτ. Νόμ. 798Β· κατά γε τὴν ἐμὴν μνείαν Αἰλ. Ποικ. Ἱστ. 6. 1· μνείας χάριν, συχν. ἐν μεταγεν. ἐπιτυμβίοις. ΙΙ. ἀνάμνησις, ὑπόμνησις· μνείαν ποιεῖσθαι περί τινος Ἀνδοκ. 13. 27, Αἰσχίν. 23. 5· τινος Πλάτ. Φαῖδρ. 254Α· περί τινος πρός τινα ὁ αὐτ. ἐν Πρωτ. 317Ε· τὴν μνείαν περί τινος ἀποδιδόναι Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 2. 14, 7· ὅ τι καὶ μνείας ἄξιον ὁ αὐτ. ἐν Πολιτικ. 2. 12, 13.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 souvenir : μνείαν ἔχειν τινός SOPH avoir souvenir de qch ; κατά γε τὴν μνείαν ἐμήν ÉL selon mon souvenir;
2 mention : μνείαν ποιεῖσθαι περί τινος ESCHN faire mention de qqn ou de qch.
Étymologie: μνάομαι.

English (Strong)

from μνάομαι or μιμνήσκω; recollection; by implication, recital: mention, remembrance.

English (Thayer)

μνειας, ἡ (μιμνήσκω), remembrance, memory, mention: ἐπί πάσῃ τῇ μνεία ὑμῶν, as often as I remember you (literally, 'on all my remembrance' etc. cf. Winer's Grammar, § 18,4), ποιεῖσθαι μνείαν τίνος, to make mention of one, Plato, Phaedr., p. 254a.; (Diogenes Laërtius 8. 2,66; the Sept. ἔχειν μνείαν τίνος, to be mindful of one, Sophocles, Aristophanes, Euripides, others); ἀδιάλειπτον ἔχειν τήν περί τίνος μνείαν, 2 Timothy 1:3.

Greek Monolingual

η (ΑΜ μνεία, Α αιολ. τ. μνᾶ)
1. αναφορά, υπόμνηση, υπενθύμιση (α. «σε κανένα χωρίο δεν υπάρχει σχετική μνεία» β. «ὀλίγον πρότερον μνείαν ἐποιοῡ πρὸς ἐμὲ ὑπὲρ τοῡ νεανίσκου», Πλάτ.)
2. φρ. «μνεία(ν) ποιοῡμαι τινος» ή «κάνω μνεία» — υπενθυμίζω, μιλώ για κάτι ή για κάποιον («ἀναγκάζει... μνείαν ποιεῑσθαι τῆς τῶν ἀφροδισίων χάριτος», Πλάτ.)
νεοελλ.
φρ. «εύφημος μνεία» — τιμητική διάκριση
που απονέμεται σύμφωνα με τους κανονισμούς αρχής, σωματείου, συλλόγου κ.λπ. για ορισμένες ενέργειας ή για την επιστημονική, κοινωνική κ.ά. προσφορά κάποιου
αρχ.
1. (για άγιο) νηστεία
2. μνήμη, ανάμνηση («βίου δὲ τοῡ παρόντος οὐ μνείαν ἔχεις», Σοφ.)
3. (για αγίους) μνημόνευση
4. (στον πληθ. ως κύριο όν.) αἱ Μνεῑαι
οι Μούσες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μνεία (< μνη-ιᾱ < μνᾱιᾱ) < θ. μνᾱ- του μνάομαι / μνῶμαι + κατάλ. -ία (πρβλ. λεία, χρεία) με βράχυνση της μακρόφωνου διφθόγγου (πρβλ. ληιτουργώ > λειτουργώ)].

Greek Monotonic

μνεία: ἡ, (μνάομαι),·
I. = μνήμη, ανάμνηση, ενθύμηση, σε Σοφ., Ευρ.
II. αναφορά, μνείαν ποιεῖσθαί τινος ή περί τινος, σε Πλάτ., Αισχίν.

Russian (Dvoretsky)

μνεία:1) память, воспоминание: μνείαν ἔχειν τινός Soph., Plat. etc. и περί τινος NT помнить о чем-л.;
2) упоминание (μνείαν ποιεῖσθαί τινος или περί τινος Plat.).