Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αιρώ

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

αἱρῶ (-έω) (AM)
Ι. ενεργ.
1. παίρνω, αρπάζω
2. απομακρύνω, αφαιρώ
3. (και μέσ.) καταλαμβάνω, κυριεύω, παίρνω υπό την εξουσία μου
4. υπερισχύω, φονεύω
5. (για ζώα) κυνηγώ, συλλαμβάνω στο κυνήγι
6. (για αγώνες) κατανικώ, νικώ, κερδίζω
7. συναντώ, βρίσκω κάποιον
8. παγιδεύω, αιχμαλωτίζω, εξαπατώ αλλά και με καλή σημασία, πείθω, ελκύω, παίρνω με το μέρος μου
9. (με μτχ.) συλλαμβάνω, πιάνω κάποιον να κάνει κάτι
10. (και μέσ.) πετυχαίνω, κερδίζω, αποκτώ
11. (ως νομ. όρ.) κηρύσσω, αποδεικνύω κάποιον ένοχο
12. κερδίζω δίκη (ειδ. η μτχ. αορ. ἑλόντες με αυτή τη σημασία αντίθ. του ἑαλωκότες)
13. (για πράξεις ή γεγονότα) επιβαρύνω, καταδικάζω
14. συλλαμβάνω με τον νου, αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω
(ως παθ. για τις ανωτέρω σημ. χρησιμοποιείται το ἁλίσκομαι)
μέσ.
1. παίρνω για τον εαυτό μου
2. επιλέγω, εκλέγω, διαλέγω
3. προτιμώ, δίνω την προτίμησή μου σε κάτι
4. επιλέγω με ψήφο, εκλέγω κάποιον σε ένα αξίωμα. ΙΙΙ παθ.
1. καταλαμβάνομαι, κυριεύομαι
2. συλλαμβάνομαι, πιάνομαι αιχμάλωτος
3. ψηφίζομαι, εκλέγομαι (ο αόρ. ἡρέθην πάντοτε με αυτή τη σημ.)
4. (για αγώνες, αγωνίσματα κ.λπ.) κερδίζομαι
(«ὁ ἀγὼν ἡρέθη» κερδήθηκε)
(μσν. φρ.) «κατὰ τὸν αἱροῡντα χριστιανισμῷ λόγον» σύμφωνα με τις αρχές του χριστιανισμού
(αρχ. φρ.) «αἱρῶ γραφὴν (ἢ δίκηνκερδίζω ψήφο για την καταδίκη του αντιδίκου, καταδικάζω
«αἱροῡμαι γνώμην», αποδέχομαι, υιοθετώ μια γνώμη
«αἱρεῑ ὁ λόγος» (και απλώς «αἱρεῑ») ο ορθός λόγος ή η λογική του πράγματος εξαναγκάζει, αποδεικνύει, πείθει, «αἱροῡμαι τά τινος», παίρνω το μέρος κάποιου, προσχωρώ σ’ αυτόν, πηγαίνω μαζί του.
[ΕΤΥΜΟΛ. Για την προέλευση της λ. δεν έχει προταθεί ακόμη ικανοποιητική ερμηνεία. Άλλοι συνδέουν τη λ. με τη ρίζα ser- «κινούμαι γρήγορα, ορμητικά προς» του ὁρμή, που τήν θεωρούν και ως αρχική σημ. του ρ. αἱρῶ, ενώ άλλοι παράγουν τη λ. από το ἐξαίρετος (προϊόν συμφυρμού τών ἔξαιτος και -άγρετος < ἀγρέω) από όπου προήλθε το ἐξαιρῶ και μετά το απλό αἱρῶ, δασυνόμενο αναλογικά προς το ἑλεῖν του αορίστου. Κατά της β΄ απόψεως είναι το γεγονός ότι το ἐξαιρῶ μαρτυρείται αργότερα από το απλό αἱρῶ.
ΠΑΡ. αίρεσις, αιρετός, αρχ. αἱρετής, αἱρετίς.
ΣΥΝΘ. αναιρώ, αφαιρώ, διαιρώ, εξαιρώ, καθαιρώ, μεθαιρώ, παραιρώ, περιαιρώ, προαιρώ, προσαιρώ, συναιρώ].