Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βλαισός

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: βλαισός Medium diacritics: βλαισός Low diacritics: βλαισός Capitals: ΒΛΑΙΣΟΣ
Transliteration A: blaisós Transliteration B: blaisos Transliteration C: vlaisos Beta Code: blaiso/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A bent, distorted: hence, splay-footed, Hp.Art.53, cf. 82 (Comp.); ἐς τὸ β. ῥέπων ib.62, cf. Gal.18(1).674, al.; οἱ β. τῶν ἀνθρώπων X.Eq.1.3; also, bandy, β. καρκίνοι Batr.297, cf. Arist.HA526a23; τὰ β. τῶν ὀπισθίων the hollow of the hind-leg in which bees carry the pollen, ib.624b2: generally, twisted, crooked, πλατάνιστος AP4.1.17 (Mel.); κισσός ib.7.21 (Simm.).

German (Pape)

[Seite 447] auswärts gebogen, von Füßen, Galen. καλῶ βλαισὸν μὲν τὸ ἐπὶ τὸ ἐκτὸς ῥέπον, ῥαιβὸν δὲ τὸ ἐπὶ τἀναντία; Arist. Probl. 14, 4; Xen. Equ. 1, 3; καρκίνοι Batrach. 298; übh. gekrümmt, sich ringelnd, κισσός Simm. 1 (VII, 21); πλατάνιστος, nach allen Seiten seine Zweige verbreitend, Mel. 1, 17 (IV, 1). Bei Arist. H. A. 9, 40 sind τὰ βλαισὰ τῶν ὀπισθίων der auswärts gebogene Theil der Hinterfüße der Bienen, an dem sie Wachs eintragen; vgl. Poll. 5, 70; Medic. von gichtisch gekrümmten, gelähmten Gliedern.

Greek (Liddell-Scott)

βλαισός: -ή, -όν, ὁ ἔχων τὰ σκέλη κεκαμμένα πρὸς τὰ ἔσω, τοὺς δὲ πόδας πρὸς τὰ ἔξω, «στραβοπόδης», Λατ. valgus, ἀντίθ. τῷ ῥαιβὸς καὶ κυλλός, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 820, 827, Ξεν. Ἱππ. 1, 3, κτλ.· β. καρκίνοι Βατρ. 299, πρβλ. Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 4. 2, 13· τὰ βλαισὰ τῶν ὀπισθίων, τὸ κοῖλον ἢ κεκυρτωμένον μέρος τῶν ὀπισθίων ποδῶν τῶν μελισσῶν, ἐν ᾧ φέρουσι τὴν ὕλην τοῦ μέλιτος, αὐτόθι 9. 40, 14· - καθόλου, συνεστραμμένος, διεστραμμένος, στρεβλός, βλαισήν τε πλατάνιστον Ἀνθ. II. 4. 1, 17· κισσὸς αὐτόθι 7. 21.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
qui a les pieds ou les pattes tournés en dehors.
Étymologie: DELG formation populaire.

Spanish (DGE)

-ή, -όν

• Grafía: graf. βλεσός Hsch., βλαισσός Gp.19.2.1
I 1estevado o de pies planos de pers., Hp.Art.53, X.Eq.1.3, de Esopo Vit.Aesop.G 1
de ciertos anim. (καρκίνοι) Batr.297, Arist.HA 526a23
subst. τὸ β. zanqueamiento ἐς τὸ β. ῥέπων Hp.Art.62, Gal.18(1).674, τὰ βλαισὰ τῶν ὀπισθίων el arqueamiento, las patas de atrás de las abejas, Arist.HA 624b2, cf. Gp.19.2.1.
2 retorcido πλατάνιστος AP 4.1.17 (Mel.), κισσός AP 7.21 (Simm.).
3 baldado παραλυτικός Hsch.l.c.
4 lat. blaesus, tartamudo Ou.AA 3.294, Mart.5.34, Iuu.15.48.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α βλαισός, -ή, -όν)
χαρακτηρισμός κάθε μέλους που παρουσιάζει κύρτωση με τη γωνία ανοιχτή προς τα έξω («βλαισό γόνατο», «βλαισός μεγάλος δάκτυλος του ποδιού»)
αρχ.
1. αυτός που συστρέφεται, που δεν εκτείνεται σε ευθεία γραμμήβλαισός κισσός»)
2. φρ. «τὰ βλαισὰ τῶν ὀπισθίων» — τα κυρτά τμήματα των πίσω ποδιών της μέλισσας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η λ. βλαισός σχηματισμένη με επίθημα -σός ανήκει στις δημώδεις εκείνες λέξεις που έχουν τη σημασία «στρεβλός, κυρτός» και γενικότερα δείχνουν κάποιο ελάττωμα (πρβλ. γαυσός, λοξός κ.ά.). Το λατ. blaesus «τραυλός» παρά την αποκλίνουσα σημασία πιθ. είναι δάνειο από την Ελληνική].

Greek Monotonic

βλαισός: -ή, -όν, αυτός που έχει τα γόνατα λυγισμένα προς τα μέσα, στραβοπόδαρος, στραβοκάνης, Λατ. valgus, σε Βατραχομ., Ξεν.· γενικά, διεστραμμένος, στρεβλός, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

βλαισός:
1) искривленный в наружную сторону (πόδες τοῦ ἀστακοῦ Arst.);
2) кривоногий (καρκίνοι Batr.; ἄνθρωποι Xen., Arst.);
3) извивающийся, вьющийся (κισσός Anth.);
4) развесистый, раскидистый (πλατάνιστος Anth.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: bent, distorted (Hp.).
Other forms: πλαισός (Phot.).
Derivatives: βλαισώδης, βλαισότης, βλαισόομαι, βλαίσωσις (all Arist.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Formation as in γαυσός, γαμψός, λοξός (Chantr. Form. 434, Specht 199f.). Is Lat. blaesus lisping, stammering a loan? Pre-Gr. origin (β\/π) is probable.

Middle Liddell


having the knees bent inwards, bandylegged, Lat. valgus, Batr., Xen.:—generally, twisted, crooked, Anth.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βλαισός -ή -όν met naar binnen gedraaide voeten; van planten gekronkeld. AP 4.1.17.

Frisk Etymology German

βλαισός: {blaisós}
Meaning: auswärts gekrümmt, krumm, krummbeinig, sich ringelnd (Hp., X., Arist. usw.).
Derivative: Davon als Erweiterung βλαισώδης, ferner βλαισότης und das denominative βλαισόομαι mit βλαίσωσις (alles Arist. und Gal.).
Etymology : Bildung wie γαυσός, γαμψός, λοξός und andere volkstümliche Wörter (Chantraine Formation 434, Specht Ursprung 199f.). Sonst unerklärt; daraus wahrscheinlich trotz der abweichenden Bedeutung (durch oskische Vermittlung?) lat. blaesus lispelnd, lallend; s. W.-Hofmann s. v.
Page 1,240